Ψυχική ωριμότητα των γονέων και ο ρόλος της στην ανατροφή των παιδιών

Λουΐζα Θεοφάνους, Συμβουλευτική Ψυχολόγος

Οι περισσότεροι άνθρωποι στον κόσμο γίνονται γονείς χωρίς συγκεκριμένη προετοιμασία. Βλέπουμε στη συνέχεια κάποιους να αναλαμβάνουν το ρόλο με σχετική επιτυχία, δηλαδή να προσαρμόζονται ευκολότερα στα γονεϊκά τους καθήκοντα και να μεγαλώνουν όσο το δυνατό πιο υγιή – σωματικά και ψυχικά – παιδιά.

Σε άλλες περιπτώσεις όμως, οι γονείς αποτυγχάνουν να εκπληρώσουν ικανοποιητικά το ρόλο τους, στον οποίο δυσκολεύονται να προσαρμοστούν, με αποτέλεσμα να κάνουν διάφορα λάθη που κοστίζουν στη σωματική και ψυχική υγεία των παιδιών τους. Καθοριστικό ρόλο στην επάρκεια του γονεϊκού ρόλου παίζει ο βαθμός στον οποίο ένας άνθρωπος ωριμάζει αρκετά για να αναλάβει ικανοποιητικά αυτό το δύσκολο ούτως ή άλλως έργο. Αναφέρω εξ αρχής, ότι κανείς δεν είναι απολύτως ώριμος (αν υπάρχει τέτοιος όρος) πριν αναλάβει το ρόλο του γονιού, αλλά και κατά τη διάρκεια της ανατροφής των παιδιών του, αφού ο βαθμός ψυχικής ωριμότητας εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. Έτσι, ο αναγνώστης, πιθανό να αναγνωρίσει στοιχεία του εαυτού του, του συντρόφου του ή και των δικών του γονιών στο κείμενο αυτό, η ύπαρξη των οποίων απαιτεί παρέμβαση μόνο όταν αυτά είναι αρκετά, έντονα και παρατεταμένα.

Ψυχική ανωριμότητα των ανθρώπων που γίνονται γονείς

Στο άρθρο αυτό δε θα αναφερθώ στις ακραίες περιπτώσεις βίας και παραμέλησης παιδιών, οι οποίες βλέπουν συχνά το φως της δημοσιότητας και / ή παίρνουν το δρόμο της δικαιοσύνης. Θα αναφερθώ σε ένα πολύ πιο συνηθισμένο φαινόμενο, ειδικά στις μέρες μας, που παρατηρείται όχι μόνο στην Κύπρο, αλλά και σε άλλες κοινωνίες: τη ψυχική ανωριμότητα των ανθρώπων που γίνονται γονείς. Οι γονείς αυτοί, για διάφορους λόγους που σχετίζονται συνήθως με τη δική τους ανατροφή, όπως η υπερ-προστασία, η ανεπαρκής συναισθηματική φροντίδα ή και η ανωριμότητα των δικών τους γονέων που μπορεί να φτάνει ή να μη φτάνει σε βαθμό κακοποίησης και παραμέλησης, δεν ωριμάζουν ικανοποιητικά για να αναλάβουν με επάρκεια το ρόλο του γονέα.

Εντούτοις, οι γονείς αυτοί συνήθως είναι σε γενικές γραμμές καλοί, ενδιαφέρονται για την ευημερία των παιδιών τους και οι προθέσεις τους γι’ αυτά μπορεί να είναι οι καλύτερες, προσφέροντας αρκετά από αυτά που μπορούν. Το πρόβλημα όμως είναι ακριβώς αυτό: εκείνα που προσφέρουν – παρά τις καλές τους προθέσεις – είναι περιορισμένα από ψυχολογική άποψη.

Τι είναι η συναισθηματική ωριμότητα

Η συναισθηματική ωριμότητα ενός ανθρώπου αποτελεί ένα κράμα αυτοελέγχου, αυτογνωσίας, κατανόησης του κόσμου και των άλλων ανθρώπων, κοινωνικού ενδιαφέροντος, προσαρμοστικότητας, ικανότητας σφαιρικής αντίληψης και βαθύτερης κατανόησης καταστάσεων, υπομονής και επιμονής.

Η συναισθηματική ωριμότητα είναι επίσης ταυτόσημη με την υπευθυνότητα, μια έννοια που δεν είναι πάντα ξεκάθαρη, καθώς δεν αναφέρεται μόνο στα συνήθη ζητήματα της επαγγελματικής και οικονομικής υπευθυνότητας (τυπικότητα, διεκπεραίωση εργασιών, καλή οικονομική διαχείριση).

Ψυχικά ώριμος λοιπόν είναι ο άνθρωπος που αναλαμβάνει την ευθύνη των πράξεων και λόγων του (αντιλαμβάνεται ότι έχει επιλογές και δεν κατηγορεί τους άλλους για τα δικά του λάθη ή ανεπάρκειες), τηρεί τις υποσχέσεις του, είναι αξιόπιστος και αναλαμβάνει πρόθυμα ευθύνες και πρωτοβουλίες για το χώρο που ζει και για τα άτομα με τα οποία συμβιώνει ή για τα οποία έχει ευθύνη. Όλα αυτά είναι απαραίτητα για την προσωπική ανάπτυξη κάθε ανθρώπου, αλλά και για τη διατήρηση υγιών και ουσιαστικών διαπροσωπικών σχέσεων.

Η υπευθυνότητα που αναφέρθηκε πιο πάνω, μαζί με τη διάθεση και ικανότητα για καθημερινή αυτοθυσία, αποτελούν ειδικότερα βασικές προϋποθέσεις για να μπορέσει κανείς να λειτουργήσει σωστά ως γονιός. Διαφορετικά, ο χρόνος, η τρυφερότητα, το παιχνίδι και η κάλυψη σωματικών και υλικών αναγκών από μόνα τους δεν είναι επαρκή και μπορούν να αφήσουν μεγάλα ψυχικά τραύματα και κενά στο παιδί.

Χαρακτηριστικά γονέων με ψυχική ανωριμότητα

Ας δούμε λοιπόν κάποιες συμπεριφορές γονέων που χαρακτηρίζονται από ψυχική ανωριμότητα. Αναφέρω εκ των προτέρων ότι σίγουρα δεν παρουσιάζουν όλοι τον ίδιο βαθμό ανωριμότητας, αλλά και ότι αυτός δεν εκδηλώνεται με τον ίδιο τρόπο σε όλους τους γονείς. Έτσι λοιπόν κάποιοι θα παρουσιάζουν κάποιες από τις συμπεριφορές που ακολουθούν, άλλοι λιγότερες, άλλοι περισσότερες, και σε διαφορετική ένταση.

Ο αναγνώστης μπορεί να αξιολογήσει γνωρίζοντας την κάθε περίπτωση.

Σημαντικό είναι επίσης να υπενθυμίσουμε ότι οι περισσότεροι γονείς θα επιδείξουν για διάφορους λόγους κάποιες από αυτές τις συμπεριφορές κάποια στιγμή, χωρίς απαραίτητα να χαρακτηρίζονται από γενική ψυχική ανωριμότητα. Το σημαντικότερο κριτήριο είναι η διάρκεια και η καθολικότητα των συμπεριφορών αυτών, όταν δηλαδή δεν αποτελούν περιστασιακές εξαιρέσεις, αλλά η γενικότερη συμπεριφορά κάποιου ως γονέα χαρακτηρίζεται από αυτά τα στοιχεία. Τεράστια επίσης σημασία στην αξιολόγηση μιας κατάστασης πρέπει να δίνεται στις προθέσεις και τα συναισθήματα ενός γονέα. Αν δηλαδή κάποιος προσφέρει κάποια πράγματα στα παιδιά του επειδή δεν έχει επιλογή, από φόβο ή ενοχές, αντί επειδή πραγματικά τα πιστεύει και τα νιώθει, η συμπεριφορά του παραμένει ανώριμη και διαφέρει ποιοτικά η εκδήλωση της. Οι γονείς λοιπόν με σημαντικό βαθμό ψυχικής ανωριμότητας χαρακτηρίζονται συχνά από τα ακόλουθα:

1.   Βάζουν τις δικές τους ανάγκες ή και του συντρόφου τους, σωματικές και ψυχολογικές, πάνω από του παιδιού. Μερικά παραδείγματα: τρώνε οι ίδιοι πρώτα και το καλύτερο φαγητό αντί τα παιδιά, δε θηλάζουν τα μωρά για να μην περιορίζονται οι έξοδοι τους, αφήνουν μικρά παιδιά που δεν κατανοούν την παροδική απουσία και είναι προσκολλημένα σε αυτούς για να κάνουν ταξίδια, αλλά και γονείς που ανέχονται κακοποίηση του παιδιού από τον άλλο γονέα για να μην έρθουν σε ρήξη μαζί του, και άλλα.

2.   Δυσκολεύονται πολύ να προσαρμοστούν στις αλλαγές και θυσίες που απαιτεί ο ερχομός ενός παιδιού. Διαμαρτύρονται και παραπονιούνται έντονα για το πώς άλλαξε η ζωή τους, αισθάνονται θυμωμένοι, αποστερημένοι και καταπιεσμένοι γιατί περιορίζεται ο ελεύθερος τους χρόνος, η ξεκούραση τους και οι προσωπικές τους δραστηριότητες.

3.  Μεταθέτουν τις πρακτικές και ψυχολογικές ευθύνες τους προς τα παιδιά τους σε τρίτους (γιαγιάδες, σταθμούς, νταντάδες και άλλους), βασιζόμενοι υπερβολικά στη βοήθεια και καθοδήγηση τους. Κλασικό παράδειγμα για τα ελλαδο-κυπριακά δεδομένα αποτελεί η (όχι αναγκαστική) ανατροφή των παιδιών από τους παππούδες αντί τους γονείς που εστιάζουν πολύ στην καριέρα και τη ψυχαγωγία τους, αλλά και η ανάληψη του ρόλου του πατέρα από τη γιαγιά. Αυτό βέβαια δεν είναι φυσιολογικό και διαταράσσει τις ισορροπίες – πρωταρχικό ρόλο στη ζωή των παιδιών πρέπει να έχουν οι δύο γονείς και μετά οποιοσδήποτε άλλος.

4.   Αρνούνται ή δυσκολεύονται να αναλάβουν ευθύνες για συμπεριφορές και προβλήματα των παιδιών τους. Αποδίδουν τις δικές τους ευθύνες ο ένας στον άλλο, στο ίδιο το παιδί («είναι προβληματικό παιδί») και σε τρίτους, όπως το σχολείο, την κοινωνία και άλλους, τους οποίους κατηγορούν για δικά τους λάθη και ανεπάρκειες.

5.   Δυσκολεύονται να συγκρατήσουν τις παρορμήσεις τους για το καλό των παιδιών τους – δεν έχουν αρκετή υπομονή και αυτοέλεγχο. Αδυνατούν να αντιληφθούν ή να συγκρατήσουν στο μυαλό τους τη δύναμη της συμπεριφοράς τους πάνω στα παιδιά τους, με αποτέλεσμα να ξεσπούν επανειλημμένα με έντονο θυμό και άλλες συναισθηματικές ανασφάλειες μπροστά ή και πάνω στα παιδιά.

6.   Δίνουν υποσχέσεις που δεν κρατούν. Υπόσχονται στα παιδιά πράγματα που δεν τηρούν ή στο / στη σύζυγο ότι θα κάνουν πράγματα για την οικογένεια και δεν τα κάνουν, χωρίς να συνειδητοποιούν ότι με αυτό τον τρόπο οι άλλοι αισθάνονται προδομένοι και κλονίζεται η εμπιστοσύνη τους.

7.    Γίνονται χειριστικοί – ξεγελούν τα παιδιά τους για να πετύχουν κάτι, λένε ψέματα για να αποφύγουν να κάνουν κάτι γι’ αυτά. Αυτό είναι χειρότερο όσο μεγαλύτερα είναι τα παιδιά, αφού αντιλαμβάνονται περισσότερο το ψέμα, ενώ υπάρχουν περισσότεροι τρόποι επικοινωνίας, τους οποίους οι ψυχικά ανώριμοι γονείς αποφεύγουν.

8.   Δυσκολεύονται να κατανοήσουν και να αποδεχθούν ότι τα παιδιά τους μπορεί να έχουν διαφορετικές επιθυμίες, ενδιαφέροντα και ανάγκες από τους ίδιους, είτε αυτό αφορά σε διατροφή και παιχνίδι στις μικρές ηλικίες, είτε σε αντιλήψεις και ενδιαφέροντα μετέπειτα.

9.   Δυσκολεύονται να αποδεχθούν τις ανάγκες εξάρτησης των βρεφών και των νηπίων. Προσπαθούν έτσι πολύ νωρίς να τα απογαλακτίσουν με κάθε τρόπο, πρακτικά και ψυχολογικά, «για να μην εξαρτηθούν υπερβολικά από αυτούς». Τα μωρά έχουν έντονες ανάγκες εξάρτησης και αν αυτές δεν ικανοποιηθούν από τους γονείς θα ικανοποιηθούν από τρίτους ή, στη χειρότερη περίπτωση, το κενό θα «καλυφθεί» με ουσίες εξάρτησης ή θα παραμείνει και θα εκδηλωθεί με διάφορους άλλους αρνητικούς τρόπους στην ενήλικη ζωή τους, όπως το χρόνιο στρες, η κατάθλιψη, οι ψυχαναγκασμοί και άλλα.

10.   Δυσκολεύονται να αποδεχθούν και να βοηθήσουν στην ανάγκη αυτονόμησης των παιδιών τους, που αποτελεί κύριο αναπτυξιακό ζήτημα στη νηπιακή και μετέπειτα στην εφηβική ηλικία. Για παράδειγμα, συνεχίζουν να φροντίζουν ένα νήπιο ως βρέφος (παθητικό άλλαγμα, τάισμα και άλλα) είτε από έλλειψη υπομονής και επιμονής να το βοηθήσουν να αυτονομηθεί, είτε από μια άρνηση να δεχθούν ότι το παιδί τους δεν είναι πια βρέφος. Ή απορρίπτουν τους έφηβους που επαναστατούν και επιμένουν να τους αντιμετωπίζουν ως παιδιά, αρνούμενοι να αντιληφθούν ότι το παιδί μεγάλωσε και έχει διαφορετικές, φυσιολογικές ανάγκες και αντιμετωπίζει τώρα άλλα αναπτυξιακά ζητήματα.

11.   Χρησιμοποιούν τα παιδιά για να ξεπεράσουν δικές τους ανεπάρκειες. Για παράδειγμα, χρησιμοποιούν ασυναίσθητα τα παιδιά ως μαριονέτες διασκέδασης για να προσελκύουν προσοχή ή αναθέτουν υποσυνείδητα ρόλους συντρόφου, γονέα και φίλου στα παιδιά τους. Κλασικό παράδειγμα της δεύτερης περίπτωσης αποτελεί η αντιστροφή ρόλων, όπου το παιδί φροντίζει τον καταθλιπτικό γονέα ή αναλαμβάνει τη θέση ενός εκλιπόντα γονέα.

12.   Αντιμετωπίζουν το γονεϊκό τους ρόλο με επιπολαιότητα: θεωρούν ότι τα παιδιά «μεγαλώνουν μόνα τους» και δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία οι πράξεις ή παραλείψεις τους. Θεωρούν για παράδειγμα ότι τα βρέφη απλά κλαίνε και δε χρειάζεται να προσπαθούν ιδιαίτερα να τα ηρεμήσουν, τα παιδιά γενικά δε χρειάζονται πολλή σημασία, αν φάνε ξύλο «δε θα πάθουν τίποτα», ούτε αν γίνονται μάρτυρες τσακωμών και άλλων εκδηλώσεων επιθετικότητας. Όλα αυτά είναι αποδεδειγμένο ότι βλάπτουν το ψυχισμό των παιδιών και επηρεάζουν αρνητικά την ανάπτυξη και το χαρακτήρα τους. Οι γονείς όμως που δεν είναι αρκετά ψυχικά ώριμοι γι αυτό το ρόλο δε σκέφτονται πολύ τέτοια πράγματα και προτιμούν να αφιερώνουν την ενέργεια και τον ελεύθερο τους χρόνο στην ενασχόληση με πράγματα έξω από αυτούς. Δεν επιδιώκουν δηλαδή να μαθαίνουν περισσότερα για τον εαυτό τους, τις σχέσεις τους και την ανάπτυξη των παιδιών τους, ώστε να βελτιωθούν, αλλά προτιμούν να ασχολούνται π.χ. με την πολιτική, το ποδόσφαιρο, τη ζωή καλλιτεχνών, κοινωνικές δραστηριότητες και άλλα. Ακόμα και στη περίπτωση που αντιληφθούν ότι κάνουν κάποιο λάθος, θεωρούν ότι η επιθυμία από μόνη της – χωρίς συγκεκριμένη προσπάθεια – είναι αρκετή για να μην επαναληφθεί.

13.   Έχουν συνήθως μια «μαυρόασπρη», περιορισμένη αντίληψη των πραγμάτων, όπου όλα είναι καλά ή κακά, χωρίς ενδιάμεσους χρωματισμούς. Έτσι, αν σε κάποια θέματα συμπεριφέρονται σωστά ή κατά περιόδους, θεωρούν ότι δε χρειάζεται να αλλάξουν κάτι ιδιαίτερο, ενώ αν κάποιος τους πει κάτι αρνητικό για τη συμπεριφορά τους θεωρούν ότι υπερβάλλει και ίσως το εκλάβουν ως προσωπική επίθεση, αντί ως μια ευκαιρία για αυτοκριτική και αυτοβελτίωση.

Συνέπειες στο παιδί από την ψυχική ανωριμότητα ενός γονέα

Κάθε παιδί έχει τη δική του προσωπικότητα και ρυθμούς ανάπτυξης, ενώ δέχεται σίγουρα επιδράσεις και από άλλους παράγοντες. Ο βαθμός ωριμότητας των γονέων όμως επιδρά καθοριστικά στη συμπεριφορά των παιδιών. Μερικές από τις συνέπειες είναι:
● Πολύ αντιδραστικά ή / και παθητικά παιδιά

● Παιδιά που παλινδρομούν συχνά, καθυστερεί πολύ η συναισθηματική τους ανάπτυξη ή μένουν αναπτυξιακά στάσιμα, χωρίς να υπάρχει οργανική αιτία

● Παιδιά που αργούν ή και αδυνατούν να ωριμάσουν ως ενήλικες και να αναλάβουν ικανοποιητικά το γονεϊκό ρόλο όταν γίνουν οι ίδιοι γονείς

● Παιδιά με χαμηλή αυτοεκτίμηση, ψηλό βαθμό άγχους και κατάθλιψη, αφού νιώθουν συναισθηματική ανασφάλεια και αβεβαιότητα για την αξία τους. Συχνά αισθάνονται ότι για τους γονείς τους οι προσωπικές τους ανάγκες είναι σημαντικότερες από τις δικές τους, κάτι το οποίο στη συνέχεια γενικεύουν θεωρώντας ότι τα δικά τους συναισθήματα και ανάγκες είναι πάντα τα λιγότερο σημαντικά.

Αντιμετώπιση του προβλήματος

Είναι πολύ σημαντικό να σημειωθεί ότι η πορεία αυτή είναι αναστρέψιμη και όσο νωρίτερα γίνουν κάποιες παρεμβάσεις, τόσο καλύτερα είναι συνήθως και τα αποτελέσματα. Παρόλο που η ψυχική ανωριμότητα ενός γονέα μπορεί να είναι ψυχικά επώδυνη και τραυματική εμπειρία για ένα παιδί, οι αρνητικές συνέπειες μπορούν να αποφευχθούν σε σημαντικό βαθμό αν ο ένας γονιός είναι ψυχικά ώριμος και αντισταθμίζει όσο μπορεί το κενό του άλλου. Επιπλέον, η εμπλοκή τρίτων πιο ώριμων ενηλίκων σε σημαντικό βαθμό, όπως συγγενών και φίλων, μπορεί να είναι καταλυτική. Τέλος, και σημαντικότερο, αν οι γονείς αναγνωρίσουν το πρόβλημα και ζητήσουν επαγγελματική βοήθεια για να ξεπεράσουν τα δικά τους ελλείμματα, π.χ. αυτοεκτίμησης, προσοχής κλπ, θα μπορέσουν να ωριμάσουν ικανοποιητικά για να ανταποκριθούν με περισσότερη επάρκεια και να βοηθήσουν στην υγιή συναισθηματική ανάπτυξη και ευτυχία των παιδιών τους.

πηγη

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s