Ελληνική τραγωδία: Πόσο ν’ αντέξει ένα έθνος;

Την τραγική οικονομική κατάσταση στην Ελλάδα, και ιδιαίτερα στην περιφέρεια, μετά από οκτώ χρόνια κρίσης, καταγράφουν οι Financial Times, μέσα από οδοιπορικό τους στην Ηλεία.

Ελληνική τραγωδία: Πόσο ν’ αντέξει ένα έθνος;

του Henry Foy

Με αφορμή οδοιπορικό σε χωριά του νομού Ηλείας (Εφύρα, Ροβιάτα, Οινόη), το περιοδικό των Financial Times φιλοξενεί εκτενές άρθρο για την οικονομική κρίση στην Ελλάδα, οκτώ χρόνια μετά το ξέσπασμά της, «ζωγραφίζοντας» την κατάσταση με τα μελανότερα χρώματα και απορώντας πόσα ακόμα μπορούν να αντέξουν οι  Έλληνες.

«Κινδυνεύουμε», λέει στους FT ο Άγγελος Πετρόπουλος, αρτοποιός και δήμαρχος της Εφύρας. «Τα πάντα πάνε χειρότερα. Του χρόνου ακόμα περισσότερο. Οι γέροι θα πεθάνουν. Οι νέοι δεν θα μείνουν. Χρειαζόμαστε βοήθεια».

Αυτή η έκκληση ακούγεται όλο και περισσότερο σε όλη την Ελλάδα, μετά από οκτώ χρόνια οικονομικής καταστροφής, γράφει ο συντάκτης των FT. Σήμερα η χώρα έχει γίνει συνώνυμη των βίαιων οικονομικών, πολιτικών και κοινωνικών επιπτώσεων της κρίσης του 2008. Η οικονομία συρρικνώθηκε κατά σχεδόν ένα τρίτο τα χρόνια που ακολούθησαν και η κυβέρνηση είναι ουσιαστικά χρεοκοπημένη χωρίς εξωτερική βοήθεια: χρωστά περίπου 320 δισ. ευρώ, σχεδόν το διπλάσιο του ΑΕΠ της χώρας.

Οι επιπτώσεις αυτών των οικονομικών δυσκολιών γίνονται τώρα αισθητές σε όλη τη χώρα.

Η ανεργία βρίσκεται στο 23%, και το 44% των ατόμων ηλικίας 15-24 ετών είναι άνεργα. Πάνω από το ένα τρίτο των Ελλήνων στερούνται τα βασικά, όπως θέρμανση ή τηλεφωνική σύνδεση.

Το 2015, το 15% του πληθυσμού ζούσε σε συνθήκες ακραίας φτώχειας, έναντι του 2% το 2009, σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση της διαΝΕΟσις. «Υπάρχουν οικογένειες που δεν έχουν τίποτα να φάνε», λέει στους FT ο κ. Πετρόπουλος.

Όπως αναφέρεται στο άρθρο, το καλοκαίρι του 2015 η Ελλάδα έφτασε στο χείλος της οικονομικής καταστροφής, με την ΕΕ να προειδοποιεί πως αυτό μπορεί να θέσει σε κίνδυνο το μέλλον της Ευρώπης. Μετά από μήνες πολιτικών ακροβασιών από την ελληνική κυβέρνηση και τις ευρωπαϊκές αρχές, η Ελλάδα έλαβε πακέτο 86 δισ. ευρώ, το τρίτο πακέτο διάσωσης μέσα σε πέντε χρόνια.

Δεκαοκτώ μήνες μετά, η ελληνική κρίση έχει εξαφανιστεί από το μυαλό πολλών στην Ευρώπη και έχει αντικατασταθεί από δυσκολίες όπως το Brexit, το κύμα τρομοκρατικών επιθέσεων σε μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις και τις επερχόμενες εκλογές σε χώρες όπως η Γαλλία και η Γερμανία. Όμως στην Ελλάδα η κρίση μαίνεται.

Αν και η χώρα βρίσκεται αναμφίβολα σε καλύτερη κατάσταση οικονομικά απ’ ό,τι ήταν πριν από δύο χρόνια, ωστόσο η κοινωνική κρίση έχει ενταθεί. Ως αντάλλαγμα για τη διάσωση, οι αξιωματούχοι απαίτησαν περισσότερα μέτρα λιτότητας.

Οι δαπάνες στα νοσοκομεία, στα σχολεία και στο δίκτυο κοινωνικής προστασίας έχουν πετσοκοπεί, αφήνοντας όλο και περισσότερους από τους πιο ευάλωτους Έλληνες χωρίς στήριξη.

Οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι μπορεί να χαιρετίζουν τις ενδείξεις ότι η ελληνική οικονομία βελτιώνεται, όμως φαίνεται απίθανο να υπάρξει κάποιο σημαντικό σημείο καμπής. Με πολλούς τρόπους, πρόκειται απλά για μια ανάκαμψη στα χαρτιά, σχολιάζει ο συντάκτης των FT: η φτώχεια αυξάνεται και η ανεργία εξακολουθεί να είναι η υψηλότερη στην Ευρώπη.

Υπενθυμίζει την έκθεση του ΔΝΤ τον περασμένο Σεπτέμβριο, στην οποία το Ταμείο ανέφερε πως η Ελλάδα έχει κάνει τεράστιες θυσίες για να φτάσει εκεί που είναι, όμως τα σημαντικά επιτεύγματα στον εξορθολογισμό του προϋπολογισμού, στη μείωση του ελλείμματος και στη βελτίωση της ευελιξίας στην αγορά εργασίας, είχαν «μεγάλο τίμημα για την κοινωνία και δοκίμασαν τις αντοχές της».

Την ίδια ώρα, αυξάνονται οι αντιδράσεις των δυσαρεστημένων ψηφοφόρων, με το κυβερνών κόμμα να βρίσκεται σε «ελεύθερη πτώση» στις δημοσκοπήσεις.

Οι FT κάνουν λόγο για πολιτική αστάθεια, σημειώνοντας πως το ενδεχόμενο νέων εκλογών ή κατάρρευση των διαπραγματεύσεων για τη μελλοντική οικονομική βοήθεια γίνεται ακόμα πιο πιθανό.

Οι Financial Times κάνουν αναφορά στα ελληνικά χωριά, που σε περιόδους εθνικών δυσκολιών προσέφεραν ένα καταφύγιο, λέγοντας πως σήμερα αντιμετωπίζουν μεγάλες δυσκολίες, αφού ακόμα και μικρές περικοπές στους δημοτικούς προϋπολογισμούς αρκούν για να βάλουν τέλος σε ζωτικής σημασίας υπηρεσίες.

Πολλά σχολεία έχουν κλείσει, δρομολόγια λεωφορείων έχουν καταργηθεί, αναγκάζοντας τα χωριά να εκτελούν τις συγκοινωνίες τους με ταξί.

Οι σαρωτικοί νέοι φόροι έχουν ήδη δημιουργήσει πρόβλημα επιβίωσης των κοινοτήτων. Είναι σύνηθες από μια σύνταξη, που μπορεί να είναι και μόλις των 300 ευρώ μηνιαίως, να στηρίζεται μια ολόκληρη οικογένεια, γράφει ο συντάκτης του άρθρου, τονίζοντας πως οι πιέσεις εντείνονται, λόγω των περικοπών σε συντάξεις και μισθούς και τις αυξήσεις στον ΦΠΑ.

Νέοι άνθρωποι φεύγουν από τα χωριά σε αναζήτηση εργασίας σε μεγαλύτερες πόλεις, μειώνοντας τον αγροτικό πληθυσμό της χώρας κατά 2,5% μέσα σε οκτώ χρόνια, γράφουν οι FT, συμπληρώνοντας πως αυτοί που έμειναν στα χωριά μιλούν για εγκατάλειψη.

«Οι απαιτήσεις της τρόικας δεν έχουν επηρεάσει τους πλούσιους αλλά τους πιο φτωχούς», δηλώνει η Λίτσα Ανδριοπούλου, ιδιοκτήτρια παντοπωλείου της Εφύρας. «Οι ανθρώπινες σχέσεις έχουν αλλάξει. Ο κόσμος κλείνεται στα σπίτια του. Δεν βγαίνει. Αυτοί που είχαν επιχειρήσεις εδώ τις έκλεισαν».

Η Εκάβη Βαλλερά, γενική διευθύντρια της ανθρωπιστικής ΜΚΟ ΔΕΣΜΟΣ, αναφέρει πως «η κατάσταση επιδεινώνεται». «Αυτό που βλέπουμε είναι πως εκείνο που χρειάζεται περισσότερο τώρα είναι το φαγητό. Αυτό δείχνει πως τα προβλήματα αφορούν στα στοιχειώδη, όχι στην ποιότητα της ζωής».

Όπως τονίζουν οι FT, η φτώχεια της Ελλάδας δεν περιορίζεται στις ιστορικά φτωχότερες αγροτικές περιοχές, καθώς εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπων αντιμετωπίζουν δυσκολίες και στις μεγάλες πόλεις.

Στην Αθήνα, άνθρωποι κουλουριάζονται έξω από κοινωνικά ιατρεία, ενώ δεκάδες άστεγοι κοιμούνται στις εισόδους  κτιρίων γύρω από τους μεγαλύτερους δρόμους. Εννέα χιλιάδες άνθρωποι στην Αθήνα (σε πληθυσμό περίπου 665.000 ανθρώπων) είναι άστεγοι και το 71% εξ αυτών άρχισε να κοιμάται στους δρόμους τα τελευταία πέντε χρόνια, σύμφωνα με έρευνα που διενεργήθηκε με τη στήριξη του δημάρχου Αθηναίων.

Ναρκομανείς και πόρνες βρίσκονται λίγα μέτρα από ξενοδοχεία στα οποία τουρίστες πληρώνουν 200 ευρώ το βράδυ για ένα δωμάτιο με θέα την Ακρόπολη.

Το πρόβλημα της Ελλάδας εντείνεται και από την προσφυγική κρίση, τονίζουν οι FT, καθώς περισσότεροι από ένα εκατομμύριο άνθρωποι έχουν φτάσει στην Ελλάδα τα τελευταία δύο χρόνια, δυσκολεύοντας ακόμα περισσότερο την κατάσταση στις παροχές του δημόσιου τομέα.

Πέραν του κόστους της διαχείρισης των προσφύγων/μεταναστών, η Αθήνα φοβάται πως η μαζική έλευση μεταναστών θα πλήξει τον κρίσιμης σημασίας τουριστικό τομέα της χώρας, αν και μέχρι στιγμής οι φόβοι αυτοί δεν επιβεβαιώνονται.

Πάντως, δεν έχουν «αφεθεί» όλοι στη μοίρα. «Ναι, η κυβέρνηση δυσκολεύει όλο και περισσότερο τον κόσμο να βγάλει τα προς το ζειν, να έχει ένα κτήμα, να έχει μια επιχείρηση. Όμως πρέπει να προσπαθήσουμε. Δεν μπορούμε απλά να καθόμαστε και να περιμένουμε να έρθουν να μας σκοτώσουν», σχολιάζει ο Γιάννης Ρέτσης, από τη Ροβιάτα. «Πρέπει να είμαστε αισιόδοξοι. Αν είσαι στη θάλασσα, μέσα στα κύματα, πρέπει πάντα να λες ότι σύντομα θα δεις στεριά».

πηγη

http://www.euro2day.gr/ftcom/ftcom_gr/article-ft-gr/1511340/ellhnikh-tragodia-poso-n-antexei-ena-ethnos.html

Oxfam: Οκτώ άνθρωποι έχουν όσο πλούτο έχει το φτωχότερο μισό της ανθρωπότητας

Οκτώ ίσον 3,6 δισεκατομμύρια, σε πλούτο τουλάχιστον…

REUTERS/Gleb Garanich

Πηγή: ΑΜΠΕ/Reuters

Ο πλούτος οκτώ συνολικά ατόμων, όλοι τους άνδρες, ισούται με τον πλούτο του φτωχότερου μισού του πληθυσμού της Γης, σύμφωνα με έκθεση της φιλανθρωπικής οργάνωσης Oxfam, η οποία καλεί σε δράση ώστε να περιοριστούν οι ανταμοιβές όσων βρίσκονται στην κορυφή.

Καθώς ηγέτες και υπερπλούσιοι συγκεντρώνονται για το ετήσιο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός της Ελβετίας αυτή την εβδομάδα, η έκθεση της οργάνωσης αποκαλύπτει ότι το χάσμα πλούτου μεταξύ πλούσιων και φτωχών είναι το μεγαλύτερο που έχει καταγραφεί ποτέ, με καινούργια στοιχεία από την Κίνα και την Ινδία να δείχνουν πως το φτωχότερο μισό του πλανήτη κατέχει λιγότερα από όσο υπολογίζονταν προηγουμένως.

Η Oxfam, η οποία περιγράφει το χάσμα ως «αισχρό», είπε ότι εάν τα νέα στοιχεία είχαν δοθεί στη δημοσιότητα νωρίτερα, θα έδειχναν ότι το 2016 εννέα άτομα κατείχαν όσο και τα 3,6 δισεκατομμύρια άτομα που απαρτίζουν το φτωχότερο ήμισυ της ανθρωπότητας, αντί για τα 62 άτομα που υπολογίζονταν τότε.

Συγκριτικά, το 2010, η περιουσία των 43 πλουσιότερων ανθρώπων του κόσμου συνολικά αντιστοιχούσε στο φτωχότερο 50%, σύμφωνα με τους πιο πρόσφατους υπολογισμούς.

Η ανισότητα έχει αναδειχθεί σε κορυφαίο θέμα τα τελευταία χρόνια, με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και τον πάπα Φραγκίσκο να συμπεριλαμβάνονται στις προσωπικότητες ή φορείς που έχουν προειδοποιήσει για τις καταστροφικές επιπτώσεις της. Την ίδια στιγμή, ο θυμός εναντίον των ελίτ έχει πυροδοτήσει την αύξηση του λαϊκισμό στην πολιτική.

Το ίδιο το Φόρουμ στο Νταβός τόνισε την ανησυχία για το θέμα σε μια έκθεση που δημοσίευσε την περασμένη εβδομάδα για τους παγκόσμιους κινδύνους.

«Βλέπουμε την έκφραση δήθεν αγωνίας – και σαφώς η νίκη του Τραμπ και το Brexit δίνουν νέα ώθηση στο θέμα φέτος – αλλά υπάρχει μια έλλειψη συγκεκριμένων εναλλακτικών στο κατεστημένο», είπε ο Μαξ Λόσον, επικεφαλής της πολιτικής στην Oxfam.

«Μπορούμε να διαχειριστούμε τον καπιταλισμό με διαφορετικούς τρόπους που θα μπορούσαν να αποβούν κατά πολύ πιο ωφέλιμοι για την πλειοψηφία των ανθρώπων», τονίζει.

Η Oxfam κάλεσε στην έκθεσή της για αυστηρότερες διώξεις όσον αφορά την αποφυγή φορολόγησης, και μια στροφή μακριά από τον καπιταλισμό των μερισμάτων που διαμοιράζει άνισα τις ανταμοιβές του στους ήδη πλούσιους.

Ενώ πολλοί εργαζόμενοι αγωνίζονται με μισθούς που παραμένουν στάσιμοι, ο πλούτος των υπερπλούσιων έχει αυξηθεί ετησίως κατά 11%, κατά μέσον όρο, από το 2009.

Ο Μπιλ Γκέιτς, πλουσιότερος άνδρας του κόσμου που συμμετέχει συχνά στο Νταβός, έχει δει την περιουσία του να εκτοξεύεται κατά 50% ή 25 δισεκ. δολάρια (23,5 δισεκ. ευρώ) από το 2006, που ανακοίνωσε ότι αποχωρεί από τη Microsoft, παρά τις προσπάθειές του να δωρίσει το μεγαλύτερο μερίδιό της.
Ενώ ο Γκέιτς συμβολίζει το πώς ο υπερβολικός πλούτος μπορεί να ανακυκλωθεί για να βοηθήσει τους φτωχούς, η Oxfam πιστεύει πως αυτού του είδους η «μεγάλη φιλανθρωπία» δεν επιλύνει το ουσιαστικό πρόβλημα.

«Αν οι δισεκατομμυριούχοι έχουν πάρει απόφαση να αποχωριστούν τα χρήματά τους, αυτό είναι καλό. Η ανισότητα όμως έχει σημασία, και δεν μπορείς να έχεις ένα σύστημα όπου οι δισεκατομμυριούχοι συστηματικά πληρώνουν χαμηλότερες κλίμακες φόρου από ό,τι η γραμματέας ή η καθαρίστριά τους», είπε ο κ. Λόσον.

Η Oxfam βασίζει τις μετρήσεις της σε στοιχεία από την ελβετική τράπεζα Credit Suisse και το περιοδικό Forbes. Οι οκτώ που κατονόμασε η έκθεση είναι ο Μπιλ Γκέιτς, ο ιδρυτής της βιομηχανίας ρούχων Inditex Αμάνθιο Ορτάγκα, ο βετεράνος επενδυτής Ουόρεν Μπάφετ, ο επιχειρηματίας τηλεπικοινωνιών του Μεξικού Κάρλος Σλιμ, ο διευθυντής της Amazon Τζεφ Μπέζος, ο διευθυντής του Facebook Μαρκ Ζούκερμπεργκ, ο συνιδρυτής της τεχνολογικής εταιρείας Oracle Λάρι Έλισον, και ο πρώην δήμαρχος της Νέας Υόρκης Μάικλ Μπλούμπεργκ.

 

Για τον βαθύ λαϊκισμό του «αντιλαϊκισμού»

populism abstract

 

 

Από την «άνοδο του λαϊκισμού στην Ευρώπη και στον κόσμο» μέχρι τον ελλαδικό θρυλούμενο «εθνολαϊκισμό», παρατηρούμε ότι εσχάτως η έννοια του λαϊκισμού είναι εξεχόντως en vogue στις πολιτικές αναλύσεις: έχει καταλήξει να αποτελεί το κυρίως όργανο και εργαλείο πολιτικής ανάλυσης και διάγνωσης στα mainstream, αποδεκτά, «σοβαρά» κανάλια πληροφόρησης και συσχηματισμού του δημοσίου λόγου. Εδώ θα προσπαθήσω να καταδείξω το γιατί αυτός ο περιρρέων «αντιλαϊκισμός» είναι (α) βαθύτατα αντι-πολιτικός, (β) δόλια προπαγανδιστικός, και (γ) …εν τέλει, εντελώς λαϊκιστικός.

Κάθε φορά που ο «λαϊκισμός» του αντιπάλου καθίσταται αντικείμενο επίκλησης, κατ’ ουσίαν εκδιπλώνεται υπορρήτως η εξής αφήγηση: η θέση του αντιπάλου είναι «λαϊκιστική» διότι χαϊδεύει αφτιά, βασίζεται σε ψεύδη ή μισές αλήθειες και αποκρύβει τα δεδομένα, δομείται πάνω σε μια διαστρέβλωση της πραγματικότητας. Αυτό που καθιστά την θέση ή την συμπεριφορά του αντιπάλου «λαϊκιστική» είναι ακριβώς το γεγονός πως αρνείται την αδιαμφισβήτητη αλήθεια της δικής μου πολιτικής πρότασης–δηλαδή, την «πραγματικότητα». Η πολιτική μου θέση δεν είναι μία από τις πολλές ενδεχόμενες πολιτικές θέσεις, την οποία εγώ προκρίνω έναντι των υπολοίπων, δεν είναι ένα «δέον γενέσθαι» ανάμεσα σε άλλα αντιπροτεινόμενα, όχι: η δική μου πολιτική θέση είναι η μόνη σοβαρή, εφαρμόσιμη, «ορθολογική», μετριοπαθής πρόταση. Η δική μου πολιτική τοποθέτηση είναι η πραγματικότητα: αντιτιθέμενες πολιτικές προτάσεις αποτελούν άρνηση ή διαστρέβλωση της πραγματικότητας, ακριβώς επειδή αντιτίθενται στην δική μου–και μόνη–θέση. Αποτελούν λαϊκισμό.

Φυσικά, το παραπάνω αφήγημα δεν αποτελεί απλώς το τέλος της πολιτικής, αλλά την βίαιη θανάτωσή της: τη δολοφονία της. Αν η πολιτική είναι η πάλη για την εφαρμογή διαφορετικών προτάσεων ως προς το συλλογικώς δέον γενέσθαι, αν η πολιτική είναι η μάχη για το τί τελικά θα γίνει, τότε το discourse της συστηματικής καταγγελίας του λαϊκισμού επιχειρεί ακριβώς να εισαγάγει μια απο-πολιτικοποιημένη πολιτική, όπου το παιχνίδι είναι σικέ: το δέον γενέσθαι, καθώς και το τί τελικά θα γίνει, δεν είναι διαμφισβητούμενο: There Is No Alternative, και η μόνη πολιτική είναι η σώφρων παραδοχή αυτής της πραγματικότητας και η υλοποίηση της TINA με τον βέλτιστο δυνατό τρόπο. Οι άλλες πολιτικές προτάσεις δεν είναι άλλες πολιτικές προτάσεις: είναι απλώς ένα ψέμα, απλώς μια άρνηση της πραγματικότητας, απλώς μια δημαγωγία που παριστάνει πως αγνοεί τα δεδομένα. Το πολιτικό πεδίο γίνεται απλώς ο χώρος της εφαρμογής του… πεπρωμένου, και της εξουδετέρωσης των λαϊκιστικών οχλήσεων σε αυτό.

Η σκηνοθετική ανατροπή στο παραπάνω είναι, προφανώς, ότι ο ίδιος ο αντι-λαϊκισμός είναι βαθύτατα λαϊκιστικός, ότι ο ίδιος ο αντι-λαϊκισμός είναι η πεμπτουσία του λαϊκισμού: είναι η κατ’ εξοχήν βασισμένη σε ψεύδη και ανακρίβειες αφήγηση, η κατ’ εξοχήν προσπάθεια αποπροσανατολισμού του αποδέκτη από την ανάλυση των δεδομένων, η κατ’ εξοχήν άρνηση της πραγματικότητας–η οποία πραγματικότητα είναι ότι η πολιτική, τελικά, υφίσταται, κάτι που αποδεικνύεται πρώτα-πρώτα από την ίδια την ανάγκη να παρελάσει με κόπο και πολύ χαμένο μελάνι η προπαγανδιστική πολεμική μηχανή του μαχόμενου αντιλαϊκισμού. Συχνά, τα ψεύδη του αντιλαϊκισμού είναι τόσο χονδροειδή, που θα γελούσε ακόμα και ο πλέον άδολος λαϊκιστής: επί παραδείγματι, ο «σημαιοφόρος ενάντια στον λαϊκισμό και τον ανορθολογισμό» Νίκος Δήμου έχει συμπεριλάβει σε άρθρο του το κωμικό ψευδολόγημα ότι, περίπου, «η ακίνητη περιουσία του Παναγίου Τάφου μόνο στην Ελλάδα επαρκεί για να αποπληρωθεί το Δημόσιο Χρέος» (ξαναδιαβάστε την πρόταση). Φυσικά, αυτό γίνεται αυτομάτως πηγή παραπομπής για άλλους επίδοξους αντιλαϊκιστές, αφού «το στοιχείο παρέθεσε ο Νίκος Δήμου [ή ο τάδε, ή ο δείνα, ή ή ή]»–είναι δυνατόν η αυθεντία μας απλώς να ψεύδεται ασυστόλως, συνειδητά, χονδροειδώς και κωμικώ τω τρόπω; Ορθολογισμός από τα Lidl.

Μία από τις πρώτες σχετικά πρόσφατες απόπειρες προπαγάνδας στον ελλαδικό χώρο, η οποία δεν «έπιασε» αρκετά, ήταν η προσπάθεια υφαρπαγής και αποκλειστικής χρήσης της «κοινής λογικής». «Αυτό δεν είναι μία πίπα» (Ceci n’est pas une pipe), και κάποιες πολιτικές προτάσεις δεν είναι… πολιτικές προτάσεις, με συγκεκριμένο χρώμα και ιδεολογικό υπόβαθρο: είναι, απλώς, «κοινή λογική». Τα στοιχειώδη. Η επανάσταση του αυτονόητου, αντίσταση στο οποίο θα μπορούσε να έχει μόνο ένας τρελλός, ένας ηλίθιος, ή ένας απατεώνας-λαϊκιστής. Ήδη από αρκετά νωρίς ένιοι τινές δημοσιογράφοι θα αυτοπροσδιοριστούν πολιτικά απλώς με τον εξής τρόπο: «είμαι ένας κοινηλογικάριος». Ενδιαφέρον είναι ότι αυτή η συγκεκριμένη λαθροχειρία, η «κοινή λογική» αποτελεί απόδοση του αγγλοσαξωνικού «common sense». Βέβαια, το common sense/public sense σημαίνει όλως άλλα (και ευχαριστώ τον Γιώργο Σιβρίδη για την παρατήρηση): στις πρώτες χρήσεις της σήμαινε «our Determination to be pleased with the Happiness of others, and to be uneasy at their Misery; this is found in some degree in all men» (Francis Hutcheson). Τελικά, η έννοια που εργαλειακά κακομεταφράζουν δεν σημαίνει τόσο «κοινή λογική», όσο «έγνοια για το κοινό καλό», σε αντίθεση με το ατομικό καλό (βλ. και το κείμενο του Shaftesbury, Sensus Communis). Καμία σχέση!

Μία από τις πλέον έσχατες απόπειρες είναι ανάδυση της απίθανης λέξης «εθνολαϊκισμός». Ναι, στην διεθνή βιβλιογραφία πολιτικής επιστήμης υφίσταται ο όρος national populism: όμως, αυτός ο όρος δεν έχει απολύτως καμμία σχέση με ό,τι επιχειρήθηκε να σπιλωθεί εδώ ως «εθνολαϊκισμός». Εδώ επιχειρήθηκε να πλαστουργηθεί ένας όρος-λοιδωρία, ώστε να αποτραπεί η πολιτική ταύτιση του οποιουδήποτε με τον λοιδωρούμενο. Έτσι, o prêt-à- porter όρος «λαϊκισμός» εφαρμόστηκε στην ριζοσπαστική αριστερά του Αλέξη Τσίπρα (contradictio in terminis το τελευταίο), η οποία λόγω της συνεργασίας της με τους «εθνικόφρονες» ΑΝΕΛ απέκτησε το πρόθεμα «εθνο-», με την ελπίδα πως αυτό θα καταστήσει το σχήμα αντιπαθητικό στους διεθνιστές αριστερούς, υπενθυμίζοντάς τους την απεχθή γι’ αυτούς συμμαχία–ή, τέλος πάντων, αυτός ήταν ο σχεδιασμός.

Τελικά, η λέξη «εθνολαϊκισμός» δεν είχε κανένα απολύτως πολιτικό περιεχόμενο πέρα από του «αυτούς εκεί να τους αντιπαθείς, μείνε μακριά τους», και αυτό το κενό σημαίνον ρυπαίνει ακόμα τον δημόσιο λόγο με έναν εξηλιθιωτικό όρο-μεθοδολογική καρμανιόλα, ακυρωτικό κάθε σοβαρής πολιτικής κουβέντας όπου οι λέξεις αντιστοιχούν ακόμα στα πράγματα. (Το ότι η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ είναι όντως καθ’ υπερβολήν απεχθής, και μάλιστα για τους ακριβώς αντίθετους λόγους: επειδή συνεχίζει το «μετριοπαθές, σοβαρό, ευρωπαϊκό, ορθολογικό» status quo και δη με τον υπερμνημονιακό ενενηνταεννεαετή ενθουσιασμό του νεοφώτιστου, δεν είναι το θέμα του παρόντος άρθρου–είναι αλλουνού Νίκου Παππά ευαγγέλιο). Όλα όσα εκθέτουμε εδώ ελπίζουμε να καταδεικνύουν πως ναι μεν η λέξη «εθνολαϊκισμός» είναι μεθοδολογικά απαράδεκτη, αλλά αντιθέτως ο χαρακτηρισμός «ευρωλαϊκισμός» για όσους τη βρίσκουν με την αντιλαϊκιστική ρητορική είναι επιστημολογικά ακριβέστατος…

Μία από τις έλλογες απαντήσεις σε αυτήν εδώ την κριτική θα ήταν η εξής: ότι ναι μεν ο λαϊκισμός έχει ευρέως ταυτιστεί με την δημαγωγία και χρησιμοποιείται καταγγελτικά, αλλά στην πολιτική επιστήμη συνήθως σημαίνει, απλώς και χωρίς αξιολογικούς χρωματισμούς, η πολιτική ανάλυση επί τη βάσει του διπόλου λαός-ελίτ, και η χρήση του όρου λαϊκισμός ως αχρωμάτιστου αναλυτικού εργαλείου είναι απολύτως θεμιτός. Δύο ενστάσεις στις ενστάσεις: πρώτον, αυτός είναι ένας από τους πολλούς ορισμούς του λαϊκισμού στην πολιτική επιστήμη. Και δεύτερον, εδώ έχουμε μια σύγχυση επιπέδων: ναι, υφίσταται αυτός ο επιστημονικός ορισμός, αλλά η αξίωση ότι στον ελληνικό δημόσιο λόγο η καταγγελία του λαϊκισμού ή έστω η αναφορά του ενδέχεται να φέρει αυτήν την αξιολογικά ουδέτερη αναλυτική λειτουργία και όχι την (έστω έμμεση) καταγγελτική και καρικατουριστική χροιά που περιγράφουμε εδώ, δύσκολα στέκει.

Ας μας επιτραπεί όμως κι ένα ακόμη σχόλιο: κατά τη γνώμη μας, η ανάλυση ειδικά της ελληνικής πολιτικής με όρους αντίστιξης λαού-ελίτ δεν είναι μια υπεραπλούστευση, αλλά όρος εκ των ων ουκ άνευ για να μπορέσει να καταλάβει κανείς τί γίνεται εδώ πέρα, αν μη τι άλλο λόγω των συνθηκών ίδρυσης και μακροημέρευσης του ελληνικού κράτους. Οποιαδήποτε πολιτική ανάγνωση των τελευταίων δύο ελληνικών εκατονταετιών που δεν έχει «πάθει Διαμαντούρο» συναινεί στο γεγονός. Κι αν έχουμε ενδείξεις πως κάτι παρόμοιο συμβαίνει και σε άλλες χώρες, αυτές οι ενδείξεις είναι ακριβώς η ανάδυση των αναπάντεχων πολιτικών φαινομένων που διεθνώς καταγγέλονται ως «κύμα λαϊκισμού», κοινό χαρακτηριστικό των οποίων (ανεξαρτήτως των συχνά απεχθών μορφών που ενδέχεται να πάρουν) είναι η αμφισβήτηση ενός status quo.

Συχνά, δομικό χαρακτηριστικό της καταγγελίας του λαϊκισμού είναι ότι αυτή βασίζεται στον τρόμο, αξιοποιεί «τρομοκρατία», τρομοκρατεί τον κόσμο (π.χ., ο Nigel Farage τρομοκρατεί τους Άγγλους για τα δεινά της Ε.Ε. και τον αριθμό των μεταναστών). Εδώ πλέον μας δουλεύουν κανονικά, καθ’ ότι στην πραγματικότητα η τρομολαγνεία αποτελεί ακριβώς δομικό χαρακτηριστικό του αντι-λαϊκισμού: κάθε φορά που αμφισβητείται το σοβαρό, ορθολογικό, μετριοπαθές, ευρωπαϊκό status quo, επισείεται το τέλος του πολιτισμού όπως τον γνωρίζουμε, ο Αρμαγεδδών και οι δέκα πληγές του Φαραώ +24%ΦΠΑ–είτε πρόκειται για τις εκλογές του 2015, είτε για το δημοψήφισμα του Ιουλίου 2015, είτε για το δημοψήφισμα του Brexit τον Ιούνιο του 2016, και πάει λέγοντας. Δεν υπερβάλλω με το «επισείεται το τέλος του πολιτισμού»: επί παραδείγματι, ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ντόναλντ Τουσκ είχε πει σε συνέντευξή του πριν το βρετανικό δημοψήφισμα ότι «ένα Brexit θα μπορούσε να είναι το τέλος του δυτικού πολιτισμού». Υπενθυμίζουμε ότι εδώ μιλάμε για τις τοποθετήσεις των σοβαρών, ορθολογιστών, θεσμικών, ευρωπαϊστών, όχι βέβαια για τις ανορθολογικές κραυγές των μιαρών λαϊκιστών…

Εντάξει, κάποιοι χρησιμοποιούν το ελαστικό σημαίνον «λαϊκισμός» για συνειδητή προπαγάνδα. Η τραγωδία, όμως, είναι ότι κάποιοι τα πιστεύουν κιόλας! Δεν υπάρχει τίποτα πιο θλιβερό από τον ανιδιοτελή πολίτη που προσπαθεί να κατανοήσει τον κόσμο με πολιτική ανάλυση διπόλου «ορθολογισμός/λαϊκισμός». Αν αυτό που έχεις να πεις για το βρετανικό δημοψήφισμα είναι ότι «νίκησε ο λαϊκισμός», τα εργαλεία με τα οποία αναλύεις την πραγματικότητα δεν κάνουν ούτε για να ψήσεις ελληνικό καφέ. Υπάρχουν όμως άνθρωποι που μπορούν από μια ιστορικού βεληνεκούς εξέλιξη όπως το Brexit να βγάλουν το κωμικό αυτό συμπέρασμα; Φυσικά και υπάρχουν, και είναι το… Ποτάμι: «Δυστυχώς, ο λαϊκισμός νίκησε. Δυστυχώς ηττηθήκαμε. Οι λαϊκιστές, με όπλο τον φόβο, «κατέκτησαν» την Αγγλία και την Ουαλία» (ανακοίνωση του υδροφίλου κόμματος, 24/06/16). Δεν υπάρχουν ζητήματα δημοκρατικής, εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας, δεν υπάρχουν ζητήματα υπερεθνικών δομών με εμφανή δημοκρατικά ελλείμματα, δεν ενδέχεται ο βρετανικός λαός απλώς να μην επιθυμεί κατά πλειοψηφία την συμμετοχή του Ηνωμένου Βασιλείου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν υπάρχει ζήτημα πολιτικής: υπάρχει μόνο μάχη «ορθολογιστών», σοβαρών ανθρώπων τέλος πάντων, και «λαϊκιστών», οι οποίοι νίκησαν τη μάχη με τα ψεύδη τους.

Τραγωδία πολιτικής αν-ανάλυσης…

Τελικά, ο ευρωλαϊκιστικός αντιλαϊκισμός είναι ο κακός δαίμων της πολιτικής, και η καταγγελία του λαϊκισμού ένα τοξικό αέριο που παραλύει την πολιτική σκέψη και σε καθιστά πολιτικά αυτιστικό, ανίκανο για στοιχειωδώς στέρεη ανάλυση. Ο ευρωλαϊκισμός αποτελεί τον κυρίαρχο τρόπο σερβιρίσματος κτηνωδών ψευδολογιών ως αυτονόητου ορθολογισμού και το ερπυστριοφόρο της τρέχουσας αφήγησης υπέρ της κάθε είδους ΤΙΝΑ. Η μόνη μας ελπίδα, η μόνη ρεαλιστική διέξοδος, είναι το να γίνουμε όλοι, με συνέπεια, λαϊκιστές–επανεισάγοντας έτσι την πολιτική στον δημόσιο χώρο.

πηγη

http://www.huffingtonpost.gr/sotiris-mitralexis/-_9496_b_14188910.html?utm_hp_ref=greece&ir=Greece

*Συντομώτερη εκδοχή του άρθρου πρωτοδημοσιεύθηκε στο περιοδικό Unfollow, τεύχος 56 / Αυγούστου 2016.

ΔΕΥΑΜΒ: Διάτρητο το δίκτυο, πρόγραμμα μείωσης πιέσεων, άγνωστος ο χρόνος ομαλοποίησης

Διάτρητο από ζημιές το δίκτυο της ΔΕΥΑΜΒ, πέραν των χιλιάδων υδρομέτρων που έχουν σπάσει από την παγωνιά ενώ είναι άγνωστο πότε θα ομαλοποιηθεί η κατάσταση. Εντός της ημέρας, μετά από τις έντονες διαμαρτυρίες πολιτών η ΔΕΥΑΜΒ θα εκδώσει ανακοίνωση όπου θα φαίνεται που θα μειώνεται η πίεση στο δίκτυο ανά ζώνη, ώστε να γνωρίζουν οι πολίτες πότε θα έχουν νερό για να εξυπηρετήσουν τις καθημερινές τους ανάγκες. Η ΔΕΥΑΜΒ θα καλύψει το κόστος των υδρομέτρων που θα αντικατασταθούν και ζητά από τους πολίτες να την ενημερώνουν για τις βλάβες που έχουν ή παρατηρούν ότι υπάρχουν στη γειτονιά τους.
Αυτά επισημάνθηκαν μεταξύ άλλων σε συνέντευξη Τύπου που δόθηκε σήμερα το μεσημέρι από το δήμαρχο Βόλου Θάνο Θεοδώρου, το πρόεδρο της ΔΕΥΑΜΒ Απόστολο Γαλάτη και τον Γενικό Διευθυντή της Επιχείρησης Σταύρο Τζίνη.

Ο κ. Θεοδώρου ζήτησε συγνώμη από τους πολίτες επισημαίνοντας ότι έχουν δίκιο που διαμαρτύρονται και επισήμανε ότι τα συνεργεία της ΔΕΥΑΜΒ και οι υπάλληλοι εργάζονται σε βάρδιες σε 24ωρη βάση, σε συνεργασία και με ιδιώτες για την αποκατάσταση των βλαβών στο δίκτυο, αλλά και της αντικατάσταση των υδρομέτρων.
Επιπλέον παραδέχθηκε ότι για το θέμα της υπερακατανάλωσης δεν ευθύνονται οι δημότες αλλά οι ζημιάς στο δίκτυο που είναι διάτρητο, ενώ επισήμανε ότι δεν υπάρχει θέμα επάρκειας νερού.
“Τα επί μέρους προβλήματα σε διαμερίσματα και κατοικίες, οφείλονται σε διαρροές του δικτύου, τα παγωμένα ή και σπασμένα υδρόμετρα ή τους παγωμένους σωλήνες. Όλα αυτά δεν επιτρέπουν το κεντρικό σύστημα να αναπτύξει την απαραίτητη πίεση και να φτάσει παντού. Θα ζητήσω συγνώμη για τη μην πλήρη ενημέρωση της ΔΕΥΑΜΒ. Αυτό που κάνουμε σήμερα θα έπρεπε να έχει γίνει από μέρες”.

Επισήμανε ότι για την κατάσταση δεν ευθύνονται φυσικά πρόσωπα και όπως τόνισε χαρακτηριστικά “με το Θεό και τη φύση δεν τα βάζουμε”. Επιπλέον επέκρινε τις αντιπολιτεύσεις που όπως είπε “διαστρεβλώνουν αλήθεια. Όσοι επέλεξαν να κάνουν πολιτική με τη λάσπη κατέληξαν στο βούρκο”.

Από την πλευρά του ο Απ. Γαλάτης επισήμανε ότι αυτό που ακούστηκε ότι δεν υπήρχε νερό επαρκές είναι λανθασμένο. “Νερό υπάρχει πάντα σε όλο το δίκτυο, απλά πίεσή του δεν είναι αρκετή να φθάσει ψηλά στους ορόφους. Αυτό έγινε γιατί το δίκτυο είναι διάτρητο από πολλές βλάβες σε υδρόμετρα και κεντρικούς αγωγούς”.

Ο Σ. Τζίνης ανέφερε ότι υπάρχει επάρκεια νερού και παρέθεσε στοιχεία της χθεσινής ημέρας όπου φαίνεται ότι τα κυβικά νερού στις δεξαμενές ανέρχονταν σε 45.000 έναντι 40.000 την ίδια ημέρα πέρυσι. “Όλες οι γεωτρήσεις λειτουργούσαν όλο το 24ωρο. Μόλις ανοίγαμε την παροχή για να δώσουμε στους καταναλωτές, υπήρχε υπερβολική ζήτηση σε μεγάλους τομείς από Αναλήψεως και κάτω. Έτσι προβαίνουμε σε μειώσεις πιέσεων για να εξασφαλίσουμε νερό και να γεμίζουμε τις δεξαμενές”. Επισήμανε ότι εικόνα του δικτύου θα έχουν καλύτερη μετά τον αποχιονισμό και το λιώσιμο των πάγων. “Το συνεργείο των καταμετρητών για υδρόμετρα είναι έξω σε τομείς για να διαπιστώνεται άμεσα αν λειτουργούν ή είναι σπασμένα και υπάρχει διαρροή και δίνουν άμεσα αναφορά για να γίνεται η αποκατάσταση.
Τέλος ο κ. Θεοδώρου σημείωσε ότι βλάβη όπως αυτή που αναφέρθηκε χθες στις Μικροθήβες ή στη Ν. Αγχίαλο δεν έχουν σχέση με τις βλάβες του κεντρικού δικτύου και έχουν αποκατασταθεί.

πηγη

Η φοροδιαφυγή, που δεν συζητάμε

 

Η φοροδιαφυγή, που δεν συζητάμε  Του Άγη Βερούτη

Άραγε, όταν λέμε πως «Η Φοροδιαφυγή στην Ελλάδα είναι πολύ υψηλή», συμπεριλαμβάνουμε και εκείνες από τις Πολυεθνικές Εταιρίες, οι οποίες εξάγουν το σύνολο των κερδών τους δια των ενδοομιλικών συναλλαγών (transfer pricing) σε φορολογικούς παραδείσους, πληρώνοντας στην Ελλάδα σχεδόν μηδενικούς φόρους;

Συμπεριλαμβάνουμε και τις πλασματικές εξαγωγές καυσίμων από τα βόρεια σύνορα που καταλήγουν να πωλούνται στα πρατήρια και στα βυτία χωρίς υποχρέωση των εμπλεκόμενων εμπόρων πετρελαιοειδών να αποδώσουν το φόρο ακόμη και αν τον εισπράττουν από τους καταναλωτές;

Ή εννοούμε μόνο τους αυτοαπασχολούμενους, οι οποίοι καλούνται να πληρώσουν κάθε χρόνο €5.400 σε ασφαληστρικές εισφορές και €650 σε νταβατζιλίκι επιτηδεύματος, τεκμαρτό φόρο επί €3.000 εικονικού εισοδήματος, ακόμα και όταν έχουν μηδενικό εισόδημα, και μετά 22% φόρο χωρίς αφορολόγητο;

Άραγε, γιατί λέγει το σύνταγμα ότι θα πρέπει να υπάρχει φορολογική ισονομία;

Δεν μπορεί το ελληνικό κράτος να συνθλίβει φορολογικά 800.000 αυτοαπασχολούμενους με την πρόφαση ότι κάποιοι εξ αυτών φοροδιαφεύγουν άρα τους χτυπάει όλους, και από την άλλη να κάνει τον ανήξερο σε τεράστιες ενδοομιλικές μεταφορές [αφορολόγητων] κερδών πολυεθνικών ομίλων επειδή προσφέρουν 50-60 θέσεις εργασίας στη χώρα.

Αυτή η ασυδοσία είναι προκλητική τόσο για τον μικρομεσαίο, όσο και για χώρες ισομεγέθεις με την Ελλάδα (πχ Βέλγιο) όπου οι ίδιες εταιρίες αυτές πληρώνουν κανονικά τους φόρους τους χωρίς «κολπάκια».

Ειδικά δε μάλιστα, όταν στην Ελλάδα πολλά αγαθά που παρασκευάζονται από πολυεθνικούς κολοσσούς, πωλούνται διπλάσια ως δεκαπλάσια τιμή από αυτήν σε χώρες με οικονομίες ισομεγέθεις ή και μικρότερες από την Ελληνική, όπως η Κύπρος, η Δανία και το Βέλγιο.

Εξόφθαλμες διαφορές στις τελικές τιμές πώλησης από τις Ελληνικές θυγατρικές τους, σημαίνουν πως οι τιμές χονδρικής που παρουσιάζουν στην Ελλάδα εμπεριέχουν τεράστια κερδοφορία που εξάγεται αφορολόγητη, χωρίς να υπάρχει λογικό επιχείρημα όπως συναλλαγματικό ρίσκο, ή τεράστιο κόστος μεταφορικών, ή κάποιο τεράστιο λειτουργικό κόστος, ίδιον της Ελληνικής οικονομίας.

Όταν κάποια ελληνική θυγατρική πολυεθνικής εταιρίας πουλάει μια οδοντόκρεμα διπλάσια χονδρική τιμή από αυτή που την πωλεί στο Βέλγιο, έστω €1,50 τότε τουλάχιστον το 50% της χονδρικής ή €0,75 είναι κέρδος.

Όταν κάποια άλλη ελληνική θυγατρική πολυεθνικής εταιρίας πωλεί ένα ορθοπεδικό προϊόν στο Ελληνικό κράτος €1.500 ενώ το ίδιο ακριβώς πωλείται στο Κυπριακό κράτος €150, τότε τα €1.350 στην Ελλάδα είναι κέρδος προς φορολόγηση.

Αν στο τέλος οι δυο παραπάνω εταιρίες εμφανίζουν καθαρή κερδοφορία της τάξεως του 0,5%-1%, τότε κάτι πολύ λάθος συμβαίνει! Αν εμφανίζουν 1%-2% κερδοφορία από την δεκαετία του ‘90 ως σήμερα, η ζημιά στην Ελληνική οικονομία είναι ανυπολόγιστη.

Η επίλυση του θέματος είναι ζήτημα Ισονομίας και Κράτους Δικαίου, σε μια χώρα που μαστίζεται από κρίση στα τελευταία 8 χρόνια, ενώ οι φτωχοποιημένοι από την υπερφορολόγηση πολίτες είναι πιθανόν να καλούνται να πληρώσουν διπλάσιες τιμές για μπύρες, για πάνες μωρών, για γάλατα σε σκόνη, για οδοντόκρεμες, για ξυριστικές μηχανές, για διαγνωστικά αντιδραστήρια, για λάμπες απεικονιστικών διαγνωστικών μηχανημάτων, για λαμπτήρες σήμανσης οδικής κυκλοφορίας, και για χιλιάδες απλά μικρά καθημερινά παραδείγματα που εξευτελίζουν την έννοια του φιλελεύθερης επινόησης Κράτους Δικαίου.

Ειδικά καθώς κάποιοι από τους εν λόγω πολυεθνικούς ομίλους ασκούν πρακτικές χρηματισμού κρατικών λειτουργών, κατά παραδοχή τους, και σχηματισμού καρτέλ όταν δεν υπάρχει δυνατότητα χρηματισμού, όπως αποδεικνύουν καταδικαστικές αποφάσεις της επιτροπής ανταγωνισμού, πρακτικές αντίθετες σε κάθε έννοια υγιούς ανταγωνισμού και Δικαιοσύνης.

Αυτά που ζούμε ταιριάζουν σε αφρικανική Μπανανία…

Δεν υπάρχει κράτος χωρίς φόρους.
Είναι δυο όψεις ενός νομίσματος.

Η Ιρλανδία που αναφέρεται κατά καιρούς ως παράδειγμα προς μίμηση, εισπράττει μέρος από τους φόρους που θα έπρεπε να εισπράττουν κράτη στα οποία δημιουργούνται τα κέρδη, αλλά με το χαμηλό συντελεστή που δίνει στις πολυεθνικές παίρνουν τα κέρδη τους από αλλού και τα πάνε εκεί. Παρασιτεί.

Επίσης η Ιρλανδία με αυτές τις τακτικές έχει προκαλέσει την οργή των υπόλοιπων ευρωπαϊκών κρατών, των οποίων τους φόρους απορροφά.

Το θέμα της Ελλάδος όμως δεν είναι πώς θα διανεμηθεί ένα λογικό κέρδος 10%-20% πχ του ορθοπεδικού προϊόντος στην γενικευμένη ευρωπαϊκή τιμή των €150, αλλά η μη πληρωμή φόρου στα πρόσθετα €1.350 που κερδίζει ή κέρδιζε κατά παραδοχή της η θυγατρική στην Ελλάδα.

Οι φόροι είναι σίγουρα απαραίτητοι για την άμυνα, την δημόσια ασφάλεια, την δικαιοσύνη, την δημόσια παιδεία, την κοινωνική προστασία των αδύναμων και την συντήρηση ενός φοροεισπρακτικού μηχανισμού.

Τα υπόλοιπα είναι πρόσθετα βαρίδια [και συνήθως προβληματικά από φιλελεύθερης απόψεως] αλλά όπως και να το κάνουμε, πολλά ή λίγα είναι εκεί στο σημείο εκκίνησης που βρισκόμαστε.

Πέραν αυτού, όταν κάποιος ωφελείται για να πουλάει τα προϊόντα του σε μια χώρα η οποία με τους φόρους της διασφαλίζει την ύπαρξη μιας αγοράς-οικονομίας με την άμυνα της, την δημόσια ασφάλεια της, την δικαιοσύνη της και την παιδεία των καταναλωτών της, οι οποίοι μέρος από το διαθέσιμο εισόδημά τους ξοδεύουν στα προϊόντα του, τότε ένα μέρος των κερδών του από αυτή την αγορά, οφείλει ηθικά και νομικά και Συνταγματικά να το αποδίδει ως φόρους για το προνόμιο της πρόσβασης σε αυτή την αγορά-οικονομία.

Όταν με μεθοδεύσεις διοχετεύει τα κέρδη του σε άλλη χώρα χωρίς να πληρώσει το δίκαιο «ενοίκιο” της χρήσης αυτής της αγοράς από την ύπαρξη και χρήση της οποίας δημιουργεί κέρδη, τότε είναι παράσιτο και βλάπτει αυτή την κοινωνία.

Ναι, οι φόροι πρέπει να είναι χαμηλοί!

Προσωπικά είμαι υπέρ ενός flat tax 10%-15% και ίσως 5%-3% ή και 0% στα μερίσματα.

Αυτό όμως προϋποθέτει ότι κανείς δεν θα ξεγλιστράει από τις υποχρεώσεις του.

Ειδικά όταν το μέγεθος αυτής της κατηγορίας είναι αρκετό να αντισταθμίσει το μισό ΦΠΑ που εισπράττει το Ελληνικό κράτος, ή έστω και 1-2 ΕΝΦΙΑ το χρόνο.

Ακολουθήστε τον Άγη Βερούτη στο twitter @Agissilaos

agissilaos@gmail.com

 

πηγη    http://www.capital.gr/arthra/3183475/i-forodiafugi-pou-den-suzitame

Τεχνοκράτες; Ποιοι τεχνοκράτες;

Του Θανάση Φροντιστή

Τρέχουσα φιλολογία και ρητορική

Παρά την σχεδόν αιωνόβια διαδρομή του, ο όρος «τεχνοκράτης» βρέθηκε ξαφνικά στο προσκήνιο τα τελευταία χρόνια, ως οιονεί… μεσσία για την έξοδο από την κρίση με σαφείς παράλληλα τις αιτιάσεις, ότι οι πολιτικοί απέτυχαν. Απέτυχαν στη διαχείριση της ανάπτυξης, απέτυχαν όμως και στη διαχείριση της κρίσης, που ήρθε σαν αποτέλεσμα της αποτυχίας τους να θεμελιώσουν, να εδραιώσουν συνθήκες ανάπτυξης και ευημερίας των κοινωνιών. Και να αποτρέψουν φαινόμενα και πρακτικές που εμπεδώνουν την πεποίθηση ότι το «σύστημα» είναι εκτός ελέγχου.

Στον απόηχο των παραπάνω θεωρήσεων, δημιουργήθηκαν η φιλολογία και η ρητορική περί τους τεχνοκράτες. Το περίεργο είναι, ότι η σχετική φιλολογία, είτε αποδίδει στους τεχνοκράτες μαγικές ικανότητες για να βγάλουν τις οικονομίες και τις κοινωνίες από την κρίση, είτε αποδίδει σ’ αυτούς περίπου δαιμονικές ιδιότητες, που οδήγησαν στην κρίση. Θεωρώντας ότι υπάρχει μια σύγχυση ή παρεξήγηση γύρω από τα χαρακτηριστικά που  προσδιορίζουν την ιδιότητα του τεχνοκράτη, θα επιδιώξουμε μια κατά το δυνατόν πληρέστερη παράθεση των ορισμών και των περιγραφών και απόψεων που κυκλοφορούν ή υποστηρίζονται για τους τεχνοκράτες και την τεχνοκρατία.

Μια λαθεμένη κυρίαρχη άποψη

Η άποψη που φαίνεται να κυριαρχεί ή να υπονοείται στην σχετική φιλολογία και ρητορική είναι, ότι οι τεχνοκράτες είναι δημιούργημα και όργανα του καπιταλιστικού συστήματος, αμοραλιστές, στυγνοί διευθυντές που το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι το κέρδος. Είναι όμως σε καλύτερη θέση από τους πολιτικούς να διαχειριστούν το σύστημα. Αν δεχτούμε όμως, πράγμα αντικειμενικό, ότι ο καπιταλισμός έχει συνδυαστεί με το σύστημα της ελεύθερης αγοράς στην οικονομία και με τη δημοκρατία ως πολιτικό σύστημα, τότε, οι διαχειριστές του συστήματος είναι οι εκλεγόμενοι πολιτικοί. Οι τεχνοκράτες, επιλέγονται μεν από ένα σύστημα διαχείρισης, όμως δεν εκλέγονται, όπως οι πολιτικοί. Ως συμπέρασμα προκύπτει, πράγμα που τεκμηριώνεται και ιστορικά, ότι οι όροι «πολιτικοί» και «τεχνοκράτες» εξετάζονται διαζευκτικά, δηλ. ή – ή. Έκφραση αυτής της διάζευξης αποτελεί το ερώτημα: «οι πολιτικοί ή οι τεχνοκράτες μπορούν να διαχειριστούν το σύστημα πιο αποτελεσματικά;» Το ερώτημα αυτό έχει τεθεί τα τελευταία λίγα χρόνια και με αφορμή την οικονομική κρίση που ξέσπασε το 2008. Έτσι, σε ορισμένες χώρες, στις οποίες η κρίση αποδόθηκε και σε ανικανότητα των πολιτικών, δοκιμάστηκαν «κυβερνήσεις τεχνοκρατών», όπως π.χ. στην Ιταλία και, μερικώς στην Ελλάδα, χωρίς όμως καλύτερα αποτελέσματα. Είναι λοιπόν λάθος να πιστεύεται, ότι οι τεχνοκράτες και η τεχνοκρατία είναι δημιούργημα, εναλλακτική επιλογή διαχείρισης του καπιταλιστικού συστήματος σε καθεστώς δημοκρατίας.

Ιστορική προέλευση των όρων τεχνοκράτης και τεχνοκρατία και παραδείγματα

Αντίθετα με την κοινή σύγχρονη αντίληψη, το τεχνοκρατικό κίνημα ξεκίνησε στις αρχές του 20ου αιώνα σαν ένα Κοινωνικό Κίνημα από προοδευτικούς μηχανικούς και επιστήμονες στις ΗΠΑ. Ονόματα όπως Edward Bellamy, Thorstein Veblen, William H. Smyth και άλλων συνδέονται με την κίνηση αυτή στις ΗΠΑ. Το Τεχνοκρατικό Κίνημα πέρασε και στην Ευρώπη, τη Μ. Βρετανία και τη Γερμανία. Στη Ρωσία, ο Alexander Bogdanov, ένας μη Λενινιστής μπολσεβίκος πρέσβευε, ότι ερχόταν η επανάσταση ενάντια στον καπιταλισμό, που θα οδηγούσε σε μια τεχνοκρατική κοινωνία! Οι διάφορες εκδοχές της τεχνοκρατίας ξεθώριασαν όμως μετά την μεγάλη κρίση και το New Deal του Ρούσβελτ.

Στη μεταπολεμική Ιαπωνία όμως σημαντικό ρόλο στην ανασυγκρότηση και την ανάπτυξή της έπαιξε η Ένωση Μηχανικών. Πληροφορίες μου από «πρώτο χέρι», δηλ. από τους Καθηγητές μου στο New York University P. Drucker και  Ε. Deming, αλλά και από τον J. Juran με τον οποίο συνεργάστηκα άμεσα, οι οποίοι έπαιξαν σημαντικό ρόλο στον σχεδιασμό της βιομηχανικής συγκρότησης της Ιαπωνίας, φωτίζουν τον ρόλο των τεχνοκρατών-μηχανικών στη δημιουργία του μεταπολεμικού βιομηχανικού θαύματος της Ιαπωνίας. Οι τρείς παράγοντες που θεμελίωσαν αυτό το θαύμα ήταν η έμφαση στις νέες τεχνολογίες, οι σημαντικές βελτιώσεις στις παραγωγικές διαδικασίες που μείωσαν δραστικά το κόστος και η τοποθέτηση της ποιότητας στο επίκεντρο όλων των λειτουργιών του Ιαπωνικού Βιομηχανικού Συστήματος. Το γνωστό σύστημα  Total Quality Management εφαρμόστηκε στην Ιαπωνία από τους Deming και Juran και απέδωσε τους γνωστούς καρπούς.

Στην Κίνα που αργότερα με τις μεταρρυθμίσεις του Προέδρου Deng Xia Ping ακολούθησε τα χνάρια της Ιαπωνίας, οι 8 από τους 9 κορυφαίους πολιτικούς που προσδιόρισαν την τύχη της χώρας ήταν μηχανικοί. Είναι τυχαίο, ότι το δεξί χέρι του Μάο, ο Πρωθυπουργός Τσου Εν Λαϊ ήταν Μηχανικός, πτυχιούχος του περίφημου Πανεπιστημίου Nankai;

Βασικά χαρακτηριστικά της Τεχνοκρατίας

Βασικά πιστεύω του Τεχνοκρατικού Κινήματος και βασική του πρόταση ήταν να αντικατασταθούν οι πολιτικοί και οι επιχειρηματίες από μηχανικούς και επιστήμονες με τα αναγκαία τεχνικά προσόντα και εξειδίκευση για να διαχειριστούν την οικονομία, ελέγχοντας τους μηχανισμούς λήψης των αποφάσεων. Η εξέλιξη του όρου «τεχνοκρατία» κατέληξε βεβαίως να σημαίνει κάθε μορφή διοίκησης και διαχείρισης που γίνεται από εξειδικευμένους ειδικούς (τεχνοκράτες), που επιλέγονται με βάση τις γνώσεις, τις εμπειρίες και τις ικανότητές τους, αλλά δεν εκλέγονται, δηλ. δεν είναι πολιτικά πρόσωπα.

Το σύστημα της τεχνοκρατίας, στη συνείδηση ορισμένων σύγχρονων κοινωνικών επιστημόνων σχετίζεται περισσότερο με την αξιοκρατία, το σύστημα δηλ. διοίκησης από τους διαθέτοντες υψηλά εξειδικευμένα επιστημονικά προσόντα, τεχνικά και ηγετικά, που δεν εξαρτώνται όμως από ομάδες ειδικών συμφερόντων, έχοντας ως επίκεντρο της λειτουργίας τους την μακροχρόνια προώθηση μιας βιώσιμης κοινωνικής ανάπτυξης και όχι την μεγιστοποίηση απλώς οικονομικών στόχων.

Στο παραπάνω πλαίσιο, αν αποτολμούσαμε να σκιαγραφήσουμε το προφίλ ενός τεχνοκράτη, θα περιλαμβάναμε σ’ αυτό χαρακτηριστικά όπως:

• υψηλή επιστημονική εξειδίκευση στον τομέα του, εμπλουτισμένη με ικανότητα χρήσης σύγχρονων τεχνολογιών πληροφορικής
• ικανή εμπειρία σε θέσεις ευθύνης
• κυρίαρχο στοιχείο στη λειτουργία του είναι η αποτελεσματικότητα στη λήψη αποφάσεων
• λειτουργία με γνώμονα το κοινωνικό συμφέρον και την προστασία του κοινωνικού συνόλου και του περιβάλλοντος
• η ανευθυνότητα είναι έννοια ξένη προς τον χαρακτήρα της ιδιότητας του τεχνοκράτη
• επιζητεί πρακτικές και εφαρμόσιμες λύσεις, είναι κατά των αναβολών και ιδίως κατά της κωλυσιεργίας και, φυσικά, είναι ενάντιος σε κάθε έκφραση λαϊκισμού.

Τα άτομα με τόσα σωρευμένα προσόντα δεν τα βρίσκει κανένας στο σωρό. Είναι όμως υπαρκτά και είναι τα άτομα που παράγουν τα αποτελέσματα των υγιών επιχειρήσεων στο πλαίσιο μακροχρόνιων σχεδιασμών. Τα άτομα αυτά δεν μπορούν φυσικά να λειτουργήσουν στο μολυσμένο πλαίσιο του πολιτικού συστήματος, το οποίο, τα αποβάλλει. Έτσι η τεχνοκρατία σαν ένα σύστημα αξιοκρατικής και ικανής διοίκησης παραμένει ουτοπία.

Ποιοί δεν είναι τεχνοκράτες

Επειδή τελευταία γίνεται συχνά χρήση, ιδίως επίκληση, του όρου τεχνοκράτης, καλό θα ήταν να διευκρινιστεί ότι δεν είναι αναγκαία τεχνοκράτες: οι οικονομολόγοι, οι Καθηγητές Πανεπιστημίου, οι Μελετητές, οι Σύμβουλοι, οι γραφειοκράτες της δημόσιας διοίκησης, μεταξύ των οποίων και οι γραφειοκράτες των Βρυξελλών. Τέλος, δεν είναι τεχνοκράτες τα… golden boys! Πολλοί μιλάνε για τους τεχνοκράτες της Τρόικας. Ποιους τεχνοκράτες όμως; την Τρόικα απαρτίζουν υπάλληλοι, δηλ. γραφειοκράτες των οργανισμών που τους όρισαν. Είναι εντολοδόχοι τους, εκτελεστικά τους όργανα, ελεγκτές. Όχι όμως τεχνοκράτες, γιατί δεν ασκούν διοίκηση του συστήματος αλλά είναι βοηθητικό του εργαλείο.

Μια προσωπική άποψη για τη χώρα μας

Στο πλαίσιο των παραπάνω τοποθετήσεων, κάποιες παρατηρήσεις που αφορούν στο σύστημα πολιτικής διοίκησης της χώρας μας ίσως θα ήταν χρήσιμο να αποτολμηθούν. Γιατί, ίσως θα μπορούσαν να φωτίσουν ορισμένες αθέατες πλευρές του ελληνικού δράματος:

1. Όπως είναι γνωστό, παραδοσιακά, με την πολιτική ασχολήθηκαν κυρίως δικηγόροι και γιατροί, πολλοί από τους οποίους, εκλεγόμενοι βουλευτές, καταλάμβαναν και Υπουργικές θέσεις (φυσικά και… πρωθυπουργικές). Σταδιακά και μέχρι και σήμερα, με την πολιτική ασχολήθηκαν και άλλοι προβεβλημένοι επαγγελματίες όπως δημοσιογράφοι, συνδικαλιστές, ηθοποιοί, οικονομολόγοι, δικαστές και Καθηγητές Πανεπιστημίου, ακόμα και… ανεπάγγελτοι! Οι τεχνοκράτες και οι μηχανικοί ήταν και εξακολουθούν να είναι μια πολύ μικρή μειονότητα στη Βουλή και στην Κυβέρνηση. Έτσι, το πολιτικό σύστημα «στήθηκε» από άτομα χωρίς «τεχνοκρατική» εμπειρία και αντίληψη. Πολλοί δεν γνώριζαν καν την προσέγγιση και την τεχνική της ανάλυσης κόστους-οφέλους στη λήψη αποφάσεων που γινόταν με τη «μέθοδο»… κάντο και όποιον πάρει ο χάρος! Κατά την άποψή μου ήταν ατυχής επιλογή των Πρωθυπουργών να τοποθετούν γιατρούς στο Υπουργείο Υγείας, αφού οι γιατροί είναι, ως γνωστό, μέρος, μεγάλο μέρος του «προβλήματος Υγεία».

2. Έχοντας λειτουργήσει ο ίδιος ως «τεχνοκράτης» σε επιχειρήσεις αλλά και στις παρυφές του πολιτικού συστήματος, μπορώ να διακινδυνεύσω την άποψη ότι, ναι, αν στη Βουλή, στην Κυβέρνηση και σε Κυβερνητικές θέσεις βρίσκονταν τα τελευταία σαράντα χρόνια τεχνοκράτες ή έστω περισσότεροι τεχνοκράτες, μηχανικοί, επιστήμονες των θετικών επιστημών, η κατάσταση στη χώρα μας δεν θα βρισκόταν στο σημερινό χάλι.

*Ο κ. Θανάσης Φροντιστής είναι Δρ. Οικονομικών Επιστημών, πρώην ανώτατος μάνατζερ πολυεθνικών εταιριών,  Πρόεδρος του ΟΠΕ και Αναπληρωτής Πρόεδρος του ΟΤΕ.

a.frontistis@gmail.com

http://www.capital.gr/story/1827095

Μπορούν να αλλάξουν οι πεποιθήσεις των ανθρώπων;

 

Γράφει ο Ευστράτιος Παπάνης
Επίκουρος Καθηγητής Κοινωνιολογίας Πανεπιστημίου Αιγαίου.

Η ψυχολογία έχει εντατικά ασχοληθεί με τα συστατικά των στάσεων, δηλαδή των πεποιθήσεων που έχουν οι…
άνθρωποι, οι οποίες μπορούν να νοηθούν ως οργανωμένα γνωστικά ή συναισθηματικά ή συμπεριφοριστικά σχήματα, που διαθέτουν σταθερότητα, αντιστέκονται στην αλλαγή και, εάν νοηθούν ως σύνολα, μπορούν να απαρτίσουν τα στοιχεία των αξιών, της κοσμοθεωρίας και της φιλοσοφίας του ατόμου.

Οι επιστήμονες γρήγορα κατάλαβαν ότι η διάκριση στον γνωσιακό-λογικό τομέα, στο συναισθηματικό και πραξιακό πεδίο ήταν αναγκαία, επειδή οι στάσεις δεν διαμορφώνονται όλες με τον ίδιο τρόπο. Κάποιες από αυτές στηρίζονται στη λογική, όπως, π.χ., η αντίληψη που έχουμε για το επάγγελμα του παιδιού μας (θα εξασφαλίζει ένα ικανοποιητικό εισόδημα, θα παρέχει ευκαιρίες ανέλιξης κ.λπ.), ενώ άλλες θεμελιώνονται με συναισθηματική φόρτιση (π.χ., η αγάπη μας για ένα παλιό αυτοκίνητο, το οποίο έχει συνδεθεί με όμορφες αναμνήσεις). Το πραξιακό κομμάτι αφορά στο παρατηρήσιμο μέρος των στάσεων. Για παράδειγμα, η προτίμηση κάποιου για τα ποιήματα του Ελύτη μπορεί να τον οδηγήσει στην αγορά DVD με μελοποιημένα έργα του.

Πολλοί πιστεύουν ότι ένα ικανό τμήμα των στάσεων διαμορφώνεται γενετικά (βλ. έρευνες σε μονοζυγωτικούς διδύμους) και πολλές φορές οι αρχικές γενετικές προδιαθέσεις (π.χ., μία χαλαρή, άνετη προσωπικότητα) ενδεχομένως να καθορίσουν τις μελλοντικές αντιλήψεις για τις σχέσεις ή για την ανεκτικότητα απέναντι στο διαφορετικό.

vincent_van_gogh_wheat_field_with_crows
Στην πραγματικότητα, τόσο η κλασική εξαρτημένη, όσο και η μάθηση μέσω ενίσχυσης, μπορούν από μικρή ηλικία να ποδηγετήσουν τις αξίες και τα πιστεύω του ατόμου ως ενηλίκου: η συνεξάρτηση της μυρωδιάς των λουλουδιών με την επέτειο των γενεθλίων κατά την παιδική ανέμελη περίοδο μπορεί να προκαλέσει αισθήματα γαλήνης και ευτυχίας κάθε φορά που ο ενήλικος μυρίζει μία παρόμοια οσμή.

Αντίθετα, οι διαρκείς προειδοποιήσεις των γονιών προς τα παιδιά τους να μην παίζουν με συμμαθητές από ξένες χώρες μπορεί να είναι το αίτιο για γενικευμένη εχθρότητα προς τους αλλοδαπούς και το λανθάνον υπόστρωμα για μία ανάλογη πολιτική τοποθέτηση. Φυσικά, ακόμη και η αντίθετη τελική αντίδραση, δηλαδή η ανοιχτή αποδοχή καθετί διαφορετικού, διατρανώνει απλώς τη συναισθηματική φόρτιση προς τον αρνητισμό των γονέων.

Το πρόβλημα με τις στάσεις είναι ότι αρκετές φορές η διατήρησή τους μπορεί να είναι αίτιο συναισθηματικών προβλημάτων, ενώ η συχνή μεταβολή τους προκαλεί γνωστικές ασυμφωνίες. Οι παγιωμένες στάσεις είτε διασφαλίζουν την ισορροπία στο σύστημα της προσωπικότητας είτε μετατρέπονται σε άκαμπτα σχήματα, τα οποία γίνονται αφορμή για ενδοπροσωπικά και διαπροσωπικά ζητήματα. Σύμφωνα με τους ειδικούς, οι αντιλήψεις μας διαμορφώνονται και μετασχηματίζονται καθημερινά μέσω της κοινωνικής σύγκρισης και ελέγχου. Παράλληλα, τα μηνύματα που δέχεται το άτομο μέσω της επικοινωνίας συνήθως στοχεύουν σε αυτό ακριβώς: την πειθώ.

Οι κοινωνικοί ψυχολόγοι έχουν καταλήξει ότι μεγάλο ρόλο στην αλλαγή των πεποιθήσεων διαδραματίζει η πηγή του μηνύματος (κατά πόσο αυτός που το εκπέμπει είναι πρόσωπο κύρους ή θεωρείται αυθεντία ή έχει στενή σχέση με τον αποδέκτη του μηνύματος). Το ίδιο θετικό ή αρνητικό αποτέλεσμα φαίνεται να έχει η ελκυστικότητα του συνομιλητή, αλλά και η θέση του ατόμου στην ομάδα στην οποία ανήκει.

Το περιεχόμενο του μηνύματος μπορεί να καθορίσει το αποτέλεσμα μιας διαλεκτικής διαδικασίας: οι άνθρωποι πείθονται περισσότερο, εάν πιστεύουν ότι το εκπεμπόμενο μήνυμα δεν σχεδιάστηκε, αλλά ούτε χρησιμοποιείται για να πείσει.

Επιπλέον, έρευνες έχουν δείξει ότι τα άτομα με μέση αυτοεκτίμηση πείθονται ευκολότερα από άτομα με χαμηλή ή υψηλή αυτοεκτίμηση, και το ίδιο φαίνεται να ισχύει και για τον δείκτη ευφυΐας. Οι στάσεις μεταβάλλονται ευκολότερα στις ηλικίες 18- 25 ετών.

Αρέσει σε %d bloggers: