Μην μπερδεύεις το αντέχω με το ανέχομαι…

 Αντέχω πολλά, δεν ανέχομαι τα πάντα…
Ήμουν εκεί στην άκρη του δρόμου και περίμενα μια ζωή.
Από μικρό παιδάκι. Πάντα κάποιον περίμενα.

Κάποιος να έρθει. Κάποιος να…
μην φύγει.
Χωρίς να απαιτώ.

Αυτό το ατελείωτο πήγαινε- έλα δεν σταμάταγε ποτέ. Πάντα κάποιος ερχόταν και κάποιος έφευγε .Χωρίς καν να με παρατηρεί. Χωρίς καν να με βλέπει. Χωρίς να ακούει τη δική μου φωνή.

Ήθελα μόνο μια αγκαλιά.
Όλοι βρίσκονταν σε κίνηση. Πήγαιναν στην δική τους κατεύθυνση αδιαφορώντας για την δική μου.

Προχθές το βράδυ τους έφερα όλους στο μυαλό μου. Ήθελα να φανταστώ πού βρίσκονται εκείνη την συγκεκριμένη στιγμή. Όλοι αυτοί που από παιδί κυνηγούσα από πίσω να σταθούν έστω για ένα λεπτό.

Μόνο για να με χαιδέψουν, για να με ακούσουν. Κάπου να μπορέσω να πώ και εγώ τις μικρές «βλακείες» του παιδικού μυαλού μου.

Πού είναι οι δικοί μου άνθρωποι.
Αυτοί που έχει όλος ο κόσμος γύρω του μεγαλώνοντας. Ο καθένας στον δικό του ρόλο.

Σε μένα δεν υπήρχαν ρόλοι…
Γιατί δεν υπήρχαν άνθρωποι να τους αναλάβουν.

Είναι όλοι τους καλά. Στις θέσεις τους, στις ζωές τους. Μόνο που εγώ παραμένω στην άκρη του δρόμου. Δεν κουνήθηκα ούτε ένα μέτρο. Περιμένω, περιμένω….

Αυτό το καλοκαίρι είπα: πρέπει να μετακινηθώ. Δεν περιμένω στο σωστό σημείο. Ούτε και τους σωστούς ανθρώπους.

Άδικα περιμένω…

Αυτό το καλοκαίρι πρέπει να μην σταθώ πουθενά. Να μην δακρύσω για τίποτα που αφορά το παρελθόν. Όλοι αυτοί ήταν απλώς άνθρωποι. Περαστικοί άνθρωποι. Δεν έχει σημασία αν έπρεπε να είναι γονείς, αδέρφια, σύζυγοι, σύντροφοι. Δεν ήταν. Ίσως να ήμουν και εγώ πολύ αδύνατη και μικρή για να με δούν στην άκρη του δρόμου. Ίσως η φωνή μου να μην ήταν τόσο δυνατή για να φτάσει στα αυτιά τους. Ίσως, ίσως…

Το ζητούμενο δεν είναι πια αυτοί. Το ζητούμενο είμαι εγώ.
Να μπώ στο δικό μου αυτοκίνητο και να προσπεράσω.
Να αφήσω πίσω μου ό,τι πονάει και να πάω μπροστά. Δεν πρέπει να το κάνω μόνο εγώ. Πρέπει να το κάνετε όλοι σας. Αν το πλοίο βυθίστηκε και βρίσκεστε στην λέμβο διάσωσης πρέπει να ελαφρύνετε το φορτίο για να φτάσετε πάλι στην ξηρά.

Δεν φιλοσοφώ. Oύτε και εγώ ξέρω πώς να το κάνω. Eίπα αυτό το καλοκαίρι πρέπει… Μα το καλοκαίρι τελειώνει…

Το μόνο που ξέρω είναι ότι πρέπει. Μάζεψα την ψυχή μου και τα ερείπια της καρδιάς μου και αντιμετώπισα τα πάντα με αξιοπρέπεια. Τόση που ακόμα και αυτοί που αναφέρω μαζεύονται πάλι γύρω μου. Πάλι θέλουν πράγματα από μένα.

Μάλλον γιατί δεν φώναξα ποτέ, δεν πρόσβαλα ποτέ, δεν εκνευρίστηκα ποτέ. Πάντα έλεγα ένα σιγανό «δεν πειράζει..»

Τελικά όμως πειράζει. Όλους μας πειράζει. Είναι ανάγκη να ακούσουν τι μας πειράζει. Δυνατά και ξεκάθαρα. Η χαμηλή φωνή δεν είναι αρκετή για να τους κρατήσει μακριά. Αντίθετα πάντα ξαναγυρίζουν….

Δεν με πονάει που δεν υπήρξαν ποτέ. Με πνίγει που ποτέ δεν βρήκα το θάρρος να τους φωνάξω. Να με ακούσουν.

Το καλοκαίρι τελειώνει. Ο χειμώνας πρέπει να είναι φωτεινός. Ας μιλήσουμε λίγο πιο δυνατά.
Ας πούμε ένα πιο δυνατό “πειράζει”.

Μαρία Χιώτη

Advertisements

Οι ψυχολόγοι απαντούν: Γιατί οι σύγχρονες σχέσεις αποτυγχάνουν;

Οι ψυχολόγοι απαντούν: Γιατί οι σύγχρονες σχέσεις αποτυγχάνουν;

Η μετατόπιση αυτή είναι πρωτίστως πολιτιστική – Στη δεκαετία του 1960 οι άνθρωποι άρχισαν να επαναστατούν εναντίον των αυστηρών κοινωνικών κανόνων, όπως η ιδέα ότι η γυναίκα πρέπει να βρίσκεται στο σπίτι και να προσέχει την ανατροφή των παιδιών και ο άντρας να βρίσκεται στη δουλειά και να αποτελεί ένα πιο ισχυρό πρότυπο

Οι καιροί «αλλάζουν», οι ρυθμοί της καθημερινότητας «τρέχουν» και εσείς ακόμα περιμένετε τον πρίγκιπα του παραμυθιού να έρθει να σας αρπάξει.

Ξαφνικά βρίσκετε έναν άνθρωπο, ενθουσιάζεστε και μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, όλο αυτό, «διαλύεται».

Τι συμβαίνει όμως και τις περισσότερες φορές, οι σχέσεις αποτυγχάνουν και πώς μπορεί να μας επηρεάσει η σύγχρονη πραγματικότητα;
Ο Eli Finkel, καθηγητής της κοινωνικής ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Northwestern, αναφέρει ότι πλέον δεν αρκεί να παντρευτεί κάποιος έναν καλό άντρα ή γυναίκα, καθώς οι άνθρωποι περιμένουν, στην πραγματικότητα, οι σύντροφοί τους να είναι τα πάντα γι’ αυτούς.

Στο νέο του βιβλίο, The All-or-Nothing, ο Dr. Finkel αναφέρει ότι για να έχουμε μια ευτυχισμένη σχέση πρέπει να ζητάμε λιγότερα από αυτό το άτομο και να σκεφτούμε τρόπους με τους οποίους οι φιλίες μας θα μπορούσαν να μας δώσουν περισσότερα.

Ο καθηγητής Finkel ανέφερε στην ιστοσελίδα The Atlantic, ότι η κύρια αλλαγή που εντοπίζεται τα τελευταία 100 χρόνια έγκειται στην προσδοκία μας να βρούμε ένα σύντροφο που θα μας βοηθήσει να εξελιχθούμε και να γίνουμε η καλύτερη «εκδοχή» του εαυτού μας.

Δηλαδή, στην πραγματικότητα, τείνουμε να ζητάμε πολλά περισσότερα από αυτά που μπορούμε να δώσουμε.

Αξίζει να σημειωθεί ότι περίπου το 53% των γάμων στις ΗΠΑ καταλήγει σε διαζύγιο, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για το Ηνωμένο Βασίλειο είναι 42%, τη στιγμή, μάλιστα που τα αντίστοιχα ποσοστά στη δεκαετία του 1960 ήταν 7% για τις ΗΠΑ και 14% για το Ηνωμένο Βασίλειο.

Ο καθηγητής Finkel αναφέρει χαρακτηριστικά:

«Η ιδέα του βιβλίου είναι ότι η μεταβαλλόμενη φύση των προσδοκιών μας για το γάμο, έχει κάνει όλο και περισσότερους γάμους να μην ανταποκρίνονται στις προσδοκίες αυτές και επομένως οι άνθρωποι να απογοητεύονται»

Ο Dr. Finkel υποστηρίζει ότι στη σύγχρονη εποχή, οι περισσότεροι άνθρωποι αναζητούν συντρόφους που να τους κάνουν να αισθάνονται πιο σέξι, ικανούς και φιλόδοξους.

Ο ίδιος αναφέρει ότι η μετατόπιση αυτή είναι πρωτίστως πολιτιστική. Στη δεκαετία του 1960 οι άνθρωποι άρχισαν να επαναστατούν εναντίον των αυστηρών κοινωνικών κανόνων, όπως η ιδέα ότι η γυναίκα πρέπει να βρίσκεται στο σπίτι και να προσέχει την ανατροφή των παιδιών και ο άντρας να βρίσκεται στη δουλειά και να αποτελεί ένα πιο ισχυρό πρότυπο.

Η έρευνα αποκάλυψε, επίσης, ότι οι άνθρωποι με πανεπιστημιακά πτυχία τείνουν να απολαμβάνουν πιο ικανοποιητικούς γάμους.

Όπως αναφέρει ο Dr. Finkel:

«Οι άνθρωποι με χαμηλότερο εισόδημα έχουν περισσότερο άγχος στη ζωή τους και έτσι τα πράγματα που πιθανόν να κληθούν να αντιμετωπίσουν όταν είναι μαζί είναι κυρίως αγχωτικά πράγματα και κατ’ επέκταση ο ελεύθερος χρόνος για να επικεντρωθούν στη σχέση τους, να επικεντρωθούν σε ενδιαφέρουσες συζητήσεις, να επικεντρωθούν σε στόχους υψηλού επιπέδου να είναι περιορισμένος».

Η καλύτερη συμβουλή, σύμφωνα με το Dr. Finkel, προκειμένου να υπάρξει μία ουσιαστική και «δυνατή» σχέση είναι να υπάρχει κοινός χρόνος ανάμεσα στο ζευγάρι, κοινά πράγματα και κοινές ασχολίες προκειμένου να υπάρχουν και πιο ουσιαστικές βάσεις.

Ο «σκουπιδιάρης»

 

Ο «σκουπιδιάρης»

Συχνά στις οικογένειες υπάρχει ένα μέλος που έχει τον ρόλο του «σκουπιδιάρη». Εκείνος βέβαια, δεν περνά μια φορά τη μέρα όπως τα απορριμματοφόρα του δήμου, αλλά μαζεύει αυτά που πετάνε οι άλλοι ολημερίς, χωρίς σταματημό, λες και αν ξεχαστεί μια μέρα, το οικογενειακό περιβάλλον θα γεμίσει με τοξικές αναθυμιάσεις και θα πέσουν όλοι ξεροί. Έχει δηλαδή επωμιστεί την ευθύνη για την προστασία των σχέσεων της οικογένειας, όπως η αποκομιδή των απορριμμάτων προστατεύει τη δημόσια υγεία.

Είναι αυτός που συνήθως έχει τα περισσότερα προβλήματα. Αν είναι παιδί, μπορεί να μην τα πηγαίνει καλά με τις σπουδές, να δυσκολεύεται να προσαρμοστεί στις καταστάσεις που υπάρχουν πολλές απαιτήσεις ή ενίοτε μπορεί να εμφανίζει πολύ σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα, να αποφασίζει ξαφνικά να σταματήσει το σχολείο, ό,τι. Αν είναι γονιός (συνήθως ο πατέρας), μπορεί είναι άνεργος, να αισθάνεται άχρηστος, να δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στον ρόλο του. Αυτό με τη σειρά του προκαλεί παράπονα, συγκρούσεις και ακόμη μεγαλύτερη δυσαρέσκεια, ώσπου στο τέλος ο γονιός υιοθετεί μια τόσο παθητική στάση που είναι σαν να μην υπάρχει. Τα παράπονα των υπόλοιπων μελών σε κάθε περίπτωση είναι πολλά, ενώ δε λείπουν και οι κατηγορίες που μπορεί να φτάσουν να ενοχοποιούν ένα μέλος για όλα όσα αντιμετωπίζει η οικογένεια, ακόμα κι αν είναι εντελώς άσχετα με το άτομο στο οποίο απευθύνονται.

Ο «σκουπιδιάρης» είναι ο στόχος, αλλά και το καταφύγιο των άλλων. Κατά σατανική σύμπτωση, κάνει πράγματα που προκαλούν φοβερό θυμό στους άλλους, ο οποίος εκτοξεύεται εναντίον του και έτσι μπορούν και ανακουφίζονται.

Ειδικά στη σημερινή συγκυρία, είναι πανεύκολο να πυροδοτηθούν τέτοιου είδους καταστάσεις, επειδή η οικονομική δυσπραγία, η στέρηση, κάνει τους ανθρώπους να αισθάνονται λειψοί. Και επειδή αυτό είναι κάτι που δεν αντέχουν εύκολα, προτιμούν να σκέφτονται ότι δεν είναι εκείνοι που αδυνατούν να δώσουν στον άλλο αυτά που χρειάζεται, είναι ότι ο άλλος είναι αχόρταγος και δεν ικανοποιείται με τίποτα.

Είναι φοβερά ενδιαφέρον να αναλογιστεί κανείς τις κρίσεις που ξεσπάνε στις οικογένειες για ασήμαντες αφορμές. Ένας καυγάς π.χ. εξαιτίας του ότι το παιδί χρειάζεται καινούρια παπούτσια και δεν υπάρχουν χρήματα για να αγοραστούν. Η πρώτη ατάκα συνήθως είναι «πάλι; Μα καλά, πότε τα πήραμε αυτά που φοράς;». Σαν να λέμε, δεν είναι φυσικό να χρειάζεσαι κάτι που δε μπορώ να σου δώσω, άρα φταις εσύ. Είσαι σπάταλος, δε σέβεσαι τον κόπο μου, κλπ. Σε τέτοιες στιγμές θυμούνται οι γονείς ότι πήγαιναν ξυπόλητοι στο σχολείο, ώστε να μη μείνει καμία πιθανότητα να αποφύγει το παιδί την ενοχή. Το ίδιο μπορεί να συμβεί και όταν το μέλος της οικογένειας που έχει τον ρόλο του «σκουπιδιάρη» είναι ο γονιός, οι αφορμές είναι πάμπολλες.

Όταν ενοχοποιείται η ανάγκη μας για κάτι που έχουμε κάθε δικαίωμα να χρειαζόμαστε, αυτό που μαθαίνουμε είναι, ότι δεν αξίζουμε να έχουμε αυτά που θέλουμε, ότι δεν είμαστε αρκετά καλοί ώστε οι άλλοι να μας εκτιμούν και να σέβονται τις ανάγκες μας.

Ο «σκουπιδιάρης» μαζεύει την απογοήτευση, την κατάθλιψη, τον φθόνο, την ανημπόρια, τα ψυχικά σκουπίδια όλων και, όπως είναι αναμενόμενο, κάνει τη μια λάθος επιλογή μετά την άλλη, γιατί το να κουβαλάς τον θρήνο, τον πόνο, τη φτώχεια, τον θυμό και την τρέλα των άλλων είναι πάντα δυσβάσταχτο. Ειδικά όταν είσαι κι εσύ άνθρωπος και έχεις τα αντίστοιχα δικά σου προβλήματα που κανείς δεν θέλει να ακούσει (πολλώ δε μάλλον να κουβαλήσει).

Σκέφτομαι κατά πόσο θα μπορούσε να ισχύει κάτι παρόμοιο και σε κοινωνικό επίπεδο, να ενοχοποιείται δηλαδή μια ομάδα του πληθυσμού για όλα τα δεινά της κοινωνίας, ώστε να μπορούν οι υπόλοιποι να συντηρούν κάθε φορά τον θυμό τους και να μην αλλάζει ποτέ τίποτα. Αλλά μπα, λάθος θα κάνω.

Ένας σύντροφος επιλέγεται, ένα παιδί γεννιέται με βασικό σκοπό να απαλλάξει τους άλλους από τον κακό τους εαυτό, να φορτωθεί όλα τους τα χάλια, ώστε να μπορούν να αισθάνονται καλοί και το σημαντικότερο: να μένουν μαζί.

Άνθρωποι προς χρήση, για να κρατηθεί μια οικογένεια, μια κοινωνία όρθια. Μόνο που δεν κρατιούνται έτσι τα σπίτια.

***

agapidaki

Ειρήνη Αγαπιδάκη

 

πηγη  

 

Οι μίζεροι άνθρωποι, δεν κατάφεραν ποτέ να απολαύσουν την ζωή!

Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου

Τους ανθρώπους με το πεινασμένο μάτι να φοβάσαι παιδί μου.
Εκείνους που είναι τόσο μίζεροι που δεν κατάφεραν ποτέ να απολαύσουν τίποτα.

Δεν είναι πως δεν τους δόθηκε. Είναι πως αυτό που τους δόθηκε δεν τους έφτανε. Το ήθελαν “όλο” και το ήθελαν “μόνο δικό τους”. Αντί να απολαύσουν το τώρα, την στιγμή, εκείνα που τους δινόντουσαν, εκείνοι θέλανε “κι άλλο”, “παραπάνω”. Και κανείς δεν τους έμαθε πως οι αποκλειστικότητες, είναι για τους δημοσιογράφους και τους εραστές.. όχι για τους φίλους. Όχι για τις παρέες. Όχι για την υπόλοιπη ζωή.

Είναι εκείνοι που ακόμα και το χαμόγελό τους είναι μίζερο και μετρημένο και ποτέ δεν φτάνει από τα χείλια τους στα μάτια τους.
Δεν μπορούν να χαρούν με καμιά χαρά, γιατί για εκείνους η χαρά σου είναι απλά ένα “γιατί όχι εγώ”.
Θα πάρουν τις λέξεις σου, τις εκφράσεις σου, θα υιοθετήσουν εκείνα που εσύ αγαπάς και στο τέλος θα προσπαθήσουν να ζήσουν την ζωή σου.

Μόνο που κανείς δεν τους είπε πως η ζωή σου, δεν ήταν ποτέ στρωμένη με ροδοπέταλα.
Έχεις περάσει δυσκολίες, έχεις πέσει κι έχεις γκρεμοτσακιστεί, έχεις πονέσει κι έχεις ματώσει.
Δεν σου δόθηκε τίποτα απλόχερα και χωρίς κόπο.
Μόνο που κάθε φορά που έπεφτες, σηκωνόσουνα και χαμογελούσες.
Έκλεινες το μάτι στην ζωή και συνέχιζες..
Δεν μοιρολατρούσες. Δεν κοιτούσες δίπλα σου για να προσκοληθείς. Δεν ζήλευες την ευτυχία κανενός.
Μόνος σου την έχτιζες την ζωή σου, κομματάκι κομματάκι.

Κι ήταν μια ζωή που τους χώραγε όλους μέσα της!
Όλους εκτός από τους μίζερους. Εκτός από εκείνους τους κισσούς που ζουν από την ζωή σου.
Όλους εκτός από εκείνους τους αχάριστους που δεν έμαθαν ποτέ να δίνουν αγάπη χωρίς αντάλλαγμα.
Να δίνουν χαρά χωρίς προσδοκία.
Να δίνονται απλόχερα από ψυχής.

Ναι ρε φίλε, αυτούς τους ανθρώπους η δική μου η ζωή, δεν τους χωράει.
Απλά γιατί στην δική μου την ζωή, το “περνάω καλά”, σημαίνει μια μέρα στην θάλασσα με φίλους, μπύρες και ιστορίες. Με γέλια και δάκρυα μα πάνω από όλα με αληθινά χαμόγελα.
Ένα μεσημέρι σε μια πισίνα δοκιμάζοντας τα όρια μιας αγνής ψυχής και βάζοντάς την να ξεπεράσει αναστολές, φόβους και φοβίες, κάνοντάς την να βουτήξει από την νεροτσουλήθρα.
Ένα απόγευμα σχεδιάζοντας εικόνες για την καινούρια ιστορία που γράφεται.
Ένα βράδυ στο μπαλκόνι παίζοντας μπιρίμπα μέχρι το πρωί.
Ένα ξημέρωμα στην αγκαλιά του άντρα μου, να μιλάμε για ταξίδια και θάλασσες.

Λυπάμαι μα μεγάλωσα πολύ για να δέχομαι, να ανέχομαι και να αντέχω τους ανθρώπους που ζουν στην μιζέρια, την ζήλεια και την τοξικότητά τους.

Έχει σηκώσει μελτέμι σου λέω… και καθαρίζει πάλι τον ορίζοντα!

πηγη 

«Αν δεν πεθάνουν πρώτα οι γονείς μου, δεν ξέρω αν μου επιτρέπεται να ζήσω…»

 

Δεν μου το είπε ακριβώς έτσι, αλλά ευθέως το υπονόησε, στην χθεσινή μας συνεδρία:

«Δεν αντέχω άλλο… Περιμένω να πεθάνουν οι γονείς μου, μήπως έτσι επιτέλους ελευθερωθώ!…».

Κι εγώ δεν της το είπα έτσι, αλλά το σκέφτηκα:

«Αν δεν σκοτώσεις –συμβολικά μιλώντας-  πρώτη την μάνα σου, σίγουρα θα σε σκοτώσει αυτή. Μάταια θα περιμένεις να πεθάνει για να ζήσεις. ‘Άλλωστε πόσο αφορά έναν νεκρό ο θάνατος κάποιου άλλου; Τι επίδραση μπορεί να έχει σ’ αυτόν ένας άλλος θάνατος; 

Αν δεν πεις ένα ηχηρό εσωτερικό «όχι!» στον δράκο της συνεξάρτησής σου από την μητέρα σου, αυτός θα σου κατατρώγει τα σπλάχνα. Πρόσεξε: Όχι η φυσική σου μητέρα, αλλά η εσωτερική σου ανάγκη να παλινδρομείς στην πρώιμη φάση της εξάρτησής σου από κείνη, δηλαδή η αμφιθυμία σου να αυτονομηθείς ψυχικά είναι αυτή που θα σου «κλέβει» την δύναμη. 

Το «σύμπλεγμα της Μητέρας» θα τρέφεται από την ενδοτικότητά σου στην επανάπαυση της υποτελούς σου θέλησης και θα παίρνει ολοένα και μεγαλύτερη δύναμη μέσα σου. Θα υπονομεύει κάθε επιθυμία σου για αυτοπραγμάτωση, κάθε υγιή ανάγκη σου για αυτοδιάθεση και αυθεντική προσφορά στους άλλους από μια θέση αγαπητικής επάρκειας. 

Αν χρησιμοποιείς τους υπερπροστατευτικούς, ανεπαρκείς, η ακόμα και κακοποιητικούς σου γονείς σαν πάτημα για να μην κοιτάξεις κατάματα τον βαθύ σου φόβο ψυχικά να μεγαλώσεις, άθελά σου θα συμβάλλεις όλο και περισσότερο στο γιγάντεμα της υπαρξιακής σου αγωνίας. 

Ενόσω οι υπαρξιακές σου εκκρεμότητες θα συσσωρεύονται στην ψυχή σου, εσύ θα μεγαλώνεις ηλικιακά, και οι πιθανότητες να αποτινάξεις τους εσωτερικούς σου ζυγούς –και ενεργειακά μιλώντας- θα λιγοστεύουν. 

Κι εσύ, με πρόσχημα την καλοσύνη σου και την ηθικά νομιμοποιημένη απόδοση τιμής στους γονείς σου, ολοένα και περισσότερο θα υπεκφεύγεις τις εκκρεμότητες, αφήνοντάς τες να ζουν πάντα μέσα σου σαν ανέγγιχτα από την αυθεντική σου σχέση μαζί τους φαντάσματα.

Αν δεν αντιμετωπίσεις τα εντός σου φαντάσματα, πραγματικά στο λέω, δεν θα ελευθερωθείς, αλλά ούτε και τους γονείς σου που πονάνε από τα δικά τους, θα τους ελευθερώσεις…».

…………………………………………………………..

Πολύ συχνά σήμερα οι θεραπευόμενοι διανοητικοποιώντας τα συναισθήματα τους –ιδίως τα πιο αρνητικά και απειλητικά για την αυτοεικόνα τους- αφαιμάζουν και στεγνώνουν απ’ τους χυμούς της την επιθυμία τους. 

Εξασθενούν και δυναμιτίζουν για παράδειγμα τον θυμό τους και την θεραπευτική του προοπτική. 

Μιλώντας με όρους ψυχολογικούς για γεγονότα που κινητοποιούν έντονα και πρωτογενή συναισθήματα και ερμηνεύοντάς τα, αποσυνδέονται από την δυναμική τους. Τα καθιστούν αδρανή, ανενεργά και σαν «τσίχλα» αυτάρεσκα, επαναλαμβανόμενα και χωρίς επίγνωση τα αναμασάνε. 

Και καθώς τα μηρυκάζουν συνδυάζουν την υπακοή σε μια νευρωτική ηθικότητα, δηλαδή το βόλεμα της απάθειας του «καλού παιδιού» με την αυτογνωστική αντιπαραγωγικότητα: 

Έχουν δηλαδή την λανθασμένη εντύπωση πως επειδή χρησιμοποιούν ψυχολογική ορολογία είναι και αυτονόητο πως γνωρίζουν και είναι σε επαφή με την προθετικότητά τους, ενώ, στην πραγματικότητα, παραμένουν ανέγγιχτοι από την εσώτερη τους επιθυμία για αλλαγή. 

Κάθονται χωρίς να το ξέρουν και «κλωσάνε» κλούβια αυγά.

 

πηγη 

 

Να φοβάσαι την αντοχή του υπομονετικού ανθρώπου

Να φοβάσαι την αντοχή του υπομονετικού ανθρώπου

Η βρύση στάζει μέρες τώρα. Βράδια κυρίως. Δηλαδή και μέρες στάζει αλλά ποιος την ακούει. Το βράδυ είναι που ακούγεται ο ήχος της σταγόνας που σκάει εκκωφαντικά στο δοχείο. Ναι, βάλαμε ένα δοχείο για να μαζεύεται το νερό μέχρι να τη φτιάξουμε. Πού χρόνος; Πού λεφτά; Πού διάθεση; Μαζεύει κάθε τόσο νερό μέχρι απάνω, την αδειάζουμε και τη ξαναβάζουμε στη θέση της.

Τι τα θες; Όσα μπαλώματα κι αν κάνεις πάντα κάτι θα βρίσκει να χαλάει. Παλιά πράματα, ξεχαρβαλωμένα. Μεταχειρισμένα από χέρια πολλά που δοκίμασαν τη χρήση τους κι έπειτα τράβηξαν γι’ αλλού. Την πείραξαν, όμως. Την κατέβασαν την αρχική της αξία. Έπαψε να είναι ολοκαίνουρια κι αστραφτερή.

Σαν τους ανθρώπους κι αυτή, κάποιος ήρθε και δοκίμασε την υπομονή της. Υπομονή. Περίεργη λέξη. Γοητευτική. Έχουν οι άνθρωποι από δαύτη μπόλικη. Όχι όλοι. Όχι ανεξάντλητη. Έχουν, όμως, τόση όση τους επιτρέπει να πορεύονται και να ελπίζουν σε κάτι καλύτερο.

Η υπομονή είναι αρετή κι ευθύνη για όποιον την κατέχει. Άλλος πολλή κι άλλος λίγη. Ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις πόση έχει κάποιος. Άγνωστα τα όρια, εντυπωσιακά τα αποτελέσματά της.

Ήρωες οι υπομονετικοί άνθρωποι. Ήρωες για όσα αντέχουν και σηκώνουν και σιωπούν. Ήρωες πραγματικοί που με καρτερικότητα δίνουν χρόνο και χώρο κι αέρα σε όλους τους άλλους.

Θαυμαστοί οι υπομονετικοί. Θαυμαστοί για τα έργα και τις πράξεις και τα λόγια και τα ανείπωτα. Λες κι έχουν καταπιεί τη σοφία του κόσμου και περιμένουν να γελάσουν τελευταίοι σε ένα φινάλε που εκείνοι ορίζουν.

Μάγκες οι υπομονετικοί άνθρωποι. Μάγκες που δεν σπαταλούν τις λέξεις για να σου δείξουν την αξία τους, που δεν χτυπούν την πόρτα δυνατά για να τρομάξεις απ’ τον ήχο. Κάθονται και σε κοιτούν, σε επεξεργάζονται, σε αφήνουν να πράξεις αυτοβούλως και να σηκώσεις εσύ την ευθύνη των κινήσεών σου.

Δίνουν ευκαιρίες. Δεύτερες, τρίτες, τέταρτες. Δίνουν όσες σηκώνει η πλάτη τους. Όσες χρειάζεσαι μέχρι να νιώσουν πως καταχράζεσαι την ανοχή τους. Θα σε αφήσουν να σπάσεις, να ουρλιάξεις, να ακουστείς και κυρίως, να ακούσεις. Θα περιμένουν. Θα καταπιέσουν τον παρορμητισμό τους, φορές θα ποδοπατήσουν το «εγώ» τους. Θα αφήσουν την κατάσταση να ωριμάσει, να μεστώσει, να ζυμωθεί. Θα στραγγίξουν όλα τα περιθώρια για αλλαγή και ύστερα, θα δράσουν.

Να προσέχεις την αντοχή του υπομονετικού ανθρώπου.

Να την προσέχεις και να τη φοβάσαι. Ποτέ δεν ξέρεις πότε θα σκάσει στα χέρια σου.

Ο υπομονετικός άνθρωπος δεν είναι βλάκας. Δεν υστερεί σε εξυπνάδα, πονηριά κι ευθύτητα. Ζυγίζει τα λόγια του κι όταν τα πει θα έχουν μεγαλύτερο βάρος απ’ τα δικά σου γιατί θα τα έχει σκεφτεί καλά. Θα έχουν δουλευτεί μέσα του κι όταν φτάσεις να τα ακούσεις, μπορεί να είναι πια πολύ αργά. Δε θα ‘χει άλλη υπομονή.

Κι αυτή η βρύση κάθε μέρα το βιολί της. Σιγά- σιγά γεμίζει το δοχείο. Βούλωσε κι ο νεροχύτης. Θα ξεχαστούμε καμιά μέρα και θα πλημμυρίσει ο τόπος κουβέντες που ήταν να καταλήξουν στον υπόνομο.

πηγη

 

Αρέσει σε %d bloggers: