Οι οθόνες μας αφαιρούν τον λόγο;

σχέδιο του  Steve Cutts

Παγιδευμένοι στα smartphones μας, σε λίγο δεν θα είμαστε σε θέση να διεξάγουμε μια πραγματική συζήτηση, υποστηρίζουν κάποιοι ερευνητές

του Φρεντερίκ Ζουανιώ* από το Άρδην τ. 106

Πρόκειται για καθημερινές και ανησυχητικές σκηνές της ψηφιακής εποχής. Μια οικογένεια, δύο γονείς και δύο έφηβοι, βρίσκονται στο εστιατόριο: κατά τη διάρκεια του γεύματος, πληκτρολογούν τα κινητά τους, συνομιλώντας ελάχιστα. Πέντε συνάδελφοι γευματίζουν μαζί: κάθε δύο λεπτά συμβουλεύονται τις οθόνες τους, στέλνουν μηνύματα, συζητούν αποσπασματικά. Δέχεστε μια πρόσκληση σε δείπνο από δύο γονείς με παιδιά 12, 13 ετών: οι νεαροί παρακολουθούν το φέισμπουκ και απαντούν στο γουατσάπ, χωρίς να συμμετέχουν στη συζήτηση, ενώ ένας από τους ενήλικες, απών κατά το ήμισυ, στέλνει μηνύματα.
Όλοι έχουμε γίνει μάρτυρες ή πρωταγωνιστούμε σε τέτοιες σκηνές, όπου οι ψηφιακές πρακτικές μας ανταγωνίζονται την οικογενειακή μας ζωή και τις φιλικές μας σχέσεις. Ανακαλύπτουμε ότι τις καταπατούν. Τις περικυκλώνουν. Τις κατακερματίζουν.

«Κατακερματισμένη» ταυτότητα

Ερευνητές των ανθρωπιστικών επιστημών αρχίζουν να προσμετρούν αυτή την επίπτωση. Η ψυχο-κοινωνιολόγος Σέρυ Τερκλ (Sherry Turkle), καθηγήτρια στο Ινστιτούτο Τεχνολογίας της Μασαχουσέτης (ΜΙΤ), διεξάγει εδώ και είκοσι χρόνια μια εργασία σχετικά με την επίδραση των τεχνολογιών στις συμπεριφορές.
Ήδη από το 1995, στο βιβλίο Life on the Screen (H ζωή στην οθόνη, εκδ. Simon & Schuster), μελετούσε την «ταυτότητα στην εποχή του Διαδικτύου». Έδειχνε πώς οι φορητοί υπολογιστές, οι κονσόλες παιχνιδιών, όλα αυτά τα «αντικείμενα μέσω των οποίων σκεπτόμαστε» έχουν γίνει «καθημερινοί σύντροφοι», προικισμένοι με μια μορφή «ψυχολογίας»: μεταφέροντάς μας στον κυβερνοχώρο, έχουν τροποποιήσει την ταυτότητά μας. Την «πολλαπλασίασαν», μετατρέποντάς μας σε συνδεδεμένους παίκτες, σε αντίγραφα, αλλά και την «κατακερμάτισαν», μονοπωλώντας την προσοχή μας ανά πάσα στιγμή.
Δεν είναι πάντα εύκολο να συμβιβαστεί το ψηφιακό εγώ, αιχμαλωτισμένο από το διαδίκτυο, με το κοινωνικό εγώ. «Η ζωή στην οθόνη μεταβάλλεται σε καθημερινή φιλοσοφία», διαβεβαιώνει η Σέρυ Τερκλ.
Είκοσι χρόνια μετά, με την έλευση των σμάρτφοουν, των κοινωνικών δικτύων και των εφαρμογών διευρυμένης πραγματικότητας, η ερευνήτρια αποτιμά αυτή την κρίση ταυτότητας σε ένα πολύκροτο βιβλίο, Reclaiming Conversation («Ανακτώντας τη συνομιλία», Penguin Press, 2015). Αντλώντας από εκατοντάδες συνεντεύξεις, παρατηρεί ότι «οι συνομιλίες πρόσωπο με πρόσωπο συρρικνώνονται» λόγω της πανταχού παρουσίας των κινητών τηλεφώνων.
Σύμφωνα με μια μελέτη του Pew Research Center, που δημοσιεύτηκε τον Αύγουστο του 2015, το 92% των Αμερικανών ενηλίκων κατέχουν ένα κινητό, το 80% δηλώνει ότι η τελευταία κοινωνική τους σχέση έγινε μέσω αυτού, το 67% το συμβουλεύεται διαρκώς, το 44% το έχει κοντά του όταν κοιμάται. Το κινητό βρίσκεται πάντα εκεί, τοποθετημένο ανάμεσα σε εμάς και τους άλλους. Η δονούμενη παρουσία του, ο συνεχής έλεγχος της οθόνης, η τακτική αποστολή μηνυμάτων παρασιτούν τις καθημερινές σχέσεις μας και συντομεύουν τις συζητήσεις μας.

«Κουλοχέρηδες τσέπης»

Στο έργο της, όπως και στις διαλέξεις της, η Σέρυ Τερκλ πολλαπλασιάζει τις μαρτυρίες. Μια μητέρα συνειδητοποιεί ότι κοιτάζει το κινητό της την ώρα που κάνει μπάνιο το μωρό της, αντί να παίζει μαζί του. Ένας υπάλληλος εκφράζει τη λύπη του γιατί η τυραννία της επαγγελματικής ηλεκτρονικής αλληλογραφίας τον απομακρύνει από τη γυναίκα του και τα παιδιά του. Μαθητές γυμνασίου, φοιτητές αναφέρουν ότι συμβουλεύονται το κινητό τους στη διάρκεια του μαθήματος. Θεατές το ενεργοποιούν κατά τη διάρκεια μιας παράστασης ή ενός συνεδρίου… Με αποτέλεσμα να εξασθενεί η προσοχή μας προς τους άλλους, η συναισθηματική ζωή μας, η παρουσία μας στον πραγματικό κόσμο.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, τα έργα της Σέρυ Τερκλ έχουν προκαλέσει έντονες συζητήσεις και κριτικές σε σχέση με τον τρόπο που οι τεχνολογίες πληροφορίας και επικοινωνίας (ΤΠΕ) επηρεάζουν τη ζωή μας. Ένας πρώην στρατηγικός σύμβουλος της Γκουγκλ, ο ηθολόγος Τρίσταν Χάρις (Tristan Harris), άριστος γνώστης των στρατηγικών αποπλάνησης των GAFA (οι γίγαντες του διαδικτύου: Google, Apple, Facebook, Amazon), κάνει μια παρόμοια ανάλυση.
Τον Σεπτέμβριο του 2014, σε μια διάλεξη, εξηγούσε ότι τα κινητά έχουν καταντήσει «κουλοχέρηδες τσέπης». Τα χρησιμοποιούμε εμμονικά, όπως κάνουν οι παίκτες στο καζίνο με τους κουλοχέρηδες, σε μόνιμο «σύνδρομο στέρησης», «γαντζωμένοι επάνω τους», με τον φόβο μη χάσουμε κάτι: την κρίσιμη ανάρτηση ενός φίλου, ένα κρίσιμο μήνυμα από τη δουλειά, ένα γελοίο τρολάρισμα, έναν ονειρεμένο σύντροφο στο Τίντερ, κ.λπ.
«Κάθε φορά που κοιτάμε την οθόνη –150 φορές την ημέρα κατά μέσον όρο–, παίζουμε στον κουλοχέρη και διακόπτουμε τις σχέσεις μας με τους άλλους», λέει ο Τρίσταν Χάρις.

Βυθισμένοι στη ροή της πληροφορίας

Και άλλες εργασίες βρίσκονται στην ίδια κατεύθυνση: Σύμφωνα με μια μελέτη που δημοσιεύθηκε τον Μάιο του 2016 στο περιοδικό Communication Theory (Θεωρία της Επικοινωνίας), η προσφυγή και η μόνιμη επίκληση των κινητών προκαλούν «ασυνείδητες συνήθειες σύνδεσης» που μας κάνουν να διακόπτουμε «αυτομάτως» οποιαδήποτε τρέχουσα δραστηριότητα, ακόμα και μια συνομιλία, για να βυθιστούμε και πάλι στη ροή της πληροφορίας. Πιστεύουμε ότι ελέγχουμε το κινητό, αλλά είναι αυτό που μας ελέγχει, βεβαιώνει ο Τρίσταν Χάρις.

Η Σέρυ Τερκλ πηγαίνει ακόμα πιο μακριά. Σε ένα προηγούμενο βιβλίο της, Seuls ensemble. De plus en plus de technologies, de moins en moins de relations humaines (Μόνοι μαζί. Όλο και περισσότερη τεχνολογία, όλο και λιγότερες ανθρώπινες σχέσεις γαλλ. εκδ. L’Echappée, 2015), μελέτησε την απώλεια ενσυναίσθησης που δημιουργεί η εντατική χρήση των κινητών τηλεφώνων. Περιέγραφε πώς οι μαθητές αναρτούν στο φέισμπουκ βίαια και εκδικητικά κείμενα για τους συμμαθητές τους χωρίς να διανοούνται ότι κάνουν κάτι κακό: το γεγονός ότι το κάνουν μέσω μιας οθόνης, χωρίς να χρειάζεται να αντιμετωπίσουν συναισθηματικά τους άλλους, τους έχει καταστήσει πιο αναίσθητους.

Στερούνται ενσυναίσθησης: «Η ενσυναίσθηση, η ικανότητα να μπαίνεις στη θέση ενός προσώπου και να φαντάζεσαι πώς αισθάνεται, έχει νευρολογική βάση, δαρβινική», υπενθυμίζει η ψυχο-κοινωνιολόγος. «Εμείς όμως την καταργούμε μέσα σε ένα ψηφιακό περιβάλλον όπου δεν κοιταζόμαστε πια στα μάτια. Κολλημένοι στην οθόνη μας, γίνεται δύσκολο να βιώσουμε, σωματικά, αυτό που βιώνουν οι άλλοι».
Για τη Σέρυ Τερκλ, το κινητό όχι μόνο δεν αποτελεί ένα ουδέτερο μέσο επικοινωνίας, αλλά έχει μεταβληθεί στον «αρχιτέκτονα της ιδιωτικής ζωής μας», την διαμορφώνει ευνοώντας σχέσεις αποσπασματικές, αποστασιοποιημένες, ιδιοτελείς και φευγαλέες. Ενισχύει μια μορφή ναρκισσισμού και «μοναξιάς μέσα στο πλήθος».

Καταναλώνουμε «τους ανθρώπους τμηματικά. Τους χρησιμοποιούμε ως ανταλλακτικά». Θεωρεί πολύ αποκαλυπτικές ορισμένες πρακτικές, όπως τη χρήση του κινητού κατά τη διάρκεια μιας παράστασης ή μιας θρησκευτικής ακολουθίας. «Έχουν ξεχάσει, λοιπόν, ότι μια κηδεία μας επιτρέπει να είμαστε μαζί για να επικοινωνούμε με τους άλλους;» αναρωτιέται.

modern-world-caricature-illustrations-steve-cutts-4.jpg (880×531)

σχέδιο του  Steve Cutts

Στρεβλές ερμηνείες;

Και ενώ οι περισσότεροι ερευνητές, που αναλύουν, εδώ και δεκαπέντε χρόνια, τις κοινωνικές, συμπεριφεριολογικές και ανθρωπολογικές επιπτώσεις των ΤΠΕ και των κοινωνικών δικτύων, χαιρετίζουν την πρωτοποριακή εργασία της Σέρυ Τερκλ, δεν ταυτίζονται όλοι με τη ριζική κριτική της.

Πολλοί από αυτούς τους κοινωνιολόγους του διαδικτύου πιστεύουν ότι πέφτει θύμα μιας μορφής «ηθικού πανικού» μπροστά σε τρόπους ύπαρξης και επικοινωνίας ριζικά καινούργιους, που δεν έχουν ακόμα αποκρυπτογραφηθεί, και μπροστά σε διαγενεακά προβλήματα που την ξεπερνούν. Στη Γαλλία, ο φιλόσοφος των τεχνολογιών, Στεφάν Βιαλ (Stéphane Vial), συγγραφέας του βιβλίου L’Etre et l’Ecran. Comment le numérique change la perception (Το Είναι και η Οθόνη. Πώς η ψηφιακή πραγματικότητα μεταβάλλει την αντίληψη, PUF, 2013), αναφέρεται ακόμα και σε μια πραγματική «αδυναμία κατανόησης» των πρακτικών της ψηφιακής γενιάς. «Σε όλες τις διαλέξεις της, η Σέρυ Τερκλ παρουσιάζει φωτογραφίες με τις κόρες της και τις φίλες τους που πληκτρολογούν στα κινητά τους χωρίς να μιλούν μεταξύ τους. Αναρωτιέται όμως, άραγε, για το τι πραγματικά κάνουν; Μπορεί να διαβάζουν ένα μυθιστόρημα, ή να συνομιλούν με τους αγαπημένους τους… Δεν είναι απαραίτητα απομονωμένες ή άμυαλες», υποστηρίζει.
Ο Στεφάν Βιαλ δίνει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της στρεβλής αντίληψης σχετικά με τη χρήση των κινητών από τους εφήβους. Τον Ιανουάριο, η βρετανική εφημερίδα Τέλεγκραφ δημοσίευσε μια έρευνα σχετικά με μια φωτογραφία που δείχνει μια ομάδα φοιτητών μπροστά στο Ριγκμουσέουμ του Άμστερνταμ: μπροστά στον πίνακα του Ρέμπραντ, Νυχτερινή περίπολος, όλοι κοιτούσαν τα τηλέφωνά τους. «Αυτή η εικόνα έχει κάνει τον γύρο του διαδικτύου, έχει γίνει το σύμβολο του εκβαρβαρισμού και της απώλειας επαφής με την πραγματικότητα των νέων, λέει. Όμως, αποδείχθηκε ότι οι μαθητές συμβουλεύονταν μια εκπαιδευτική εφαρμογή του μουσείου. Και σε μια προηγούμενη φωτογραφία, οι ίδιοι στέκονταν μπροστά σε έναν Ρέμπραντ, συζητώντας για τον πίνακα».

Σύμφωνα με αυτόν τον φιλόσοφο, η Σέρυ Τερκλ ακολουθεί πολλές αναπόδεικτες φιλοσοφικές και πρακτικές ιδέες, οπωσδήποτε εσφαλμένες, που την εμποδίζουν να κατανοήσει τις νέες δυνατότητες καλλιέργειας και επικοινωνίας που προσφέρουν τα κινητά.
Η πρώτη στρέβλωση είναι ότι «μόνο η πρόσωπο με πρόσωπο συνομιλία είναι ικανοποιητική και αυθεντική». Ωστόσο, όλες οι μορφές επικοινωνίας –τηλέφωνο, γραπτά μηνύματα, αποστολή εικόνων ή συνδέσμων– μπορεί να είναι «δημιουργικές» υποστηρίζει ο Στεφάν Βιαλ. Περισσότερο «συνεχίζουν» παρά καταργούν τις συνομιλίες. Ξεδιπλώνουν την «ψηφιακή παρουσία» μας που είναι το ίδιο πραγματική όσο και η φυσική μας παρουσία. Διατηρούν μια συναισθηματική, οικεία διάσταση.

Σύμφωνα με τον Γάλλο κοινωνιολόγο, Αντονιό Καζιλί (Antonio Casilli), συγγραφέα του βιβλίου Liaisons numériques. Vers une nouvelle sociabilité (Ψηφιακές σχέσεις. Προς μια νέα κοινωνικότητα, Seuil, 2010), η Αμερικανή ερευνήτρια δεν βλέπει επίσης ότι οι πρακτικές των κινητών εξελίσσονται, εκπολιτίζονται.
Οι χρήστες του διαδικτύου, λέει, επινοούν κάποιους «διαδικτυακούς κανόνες συμπεριφοράς»: κανόνες ευγένειας εδραιώνονται στους δημόσιους χώρους, στα μέσα μεταφοράς, τους πολιτιστικούς χώρους όπου ο καθένας απομονώνεται για να τηλεφωνήσει. Έτσι, με τη χρήση, οι τεχνολογίες «εξανθρωπίζονται» και «κοινωνικοποιούνται».
Στις ίδιες τις Ηνωμένες Πολιτείες, υπάρχουν πολλές έρευνες που παρουσιάζουν αντιπαραδείγματα απέναντι στις αναλύσεις της Σέρυ Τερκλ. Για παράδειγμα, η υποτιθέμενη έλλειψη ενσυναίσθησης μέσα στο ψηφιακό σύμπαν.
Στο πανεπιστήμιο Τζέιμς Μάντισον (Βιρτζίνια), η κοινωνιολόγος Τζένυ Ντέιβις (Jenny Davis) ανακάλυψε ότι οι παίκτες που είναι οπαδοί βιντεοπαιχνιδιών βασισμένων στην αλληλοβοήθεια και το ενδιαφέρον για τους άλλους αναπτύσσουν αυτές τις πρακτικές και στη δική τους ζωή: η εικονική ζωή τους μεταφέρεται στην πραγματική, και οι δύο συγχέονται. Στο πανεπιστήμιο του Στάνφορντ, ερευνητές του Virtual Interaction Lab ανακοίνωσαν τον Οκτώβριο ότι καταπολέμησαν πραγματικές ρατσιστικές προκαταλήψεις φέρνοντας τους φοιτητές αντιμέτωπους, μέσω των αναπαραστάσεων, με εικονικές καταστάσεις ξενοφοβίας.

Εμπλουτίζοντας το «κοινωνικό κεφάλαιό» μας

Άλλες έρευνες, όπως εκείνες των κοινωνιολόγων Μπάρυ Γουέλμαν (Barry Wellman) και Τζων Α. Μπαργκ (John A. Bargh), τονίζουν πως η Σέρυ Τερκλ απαξιώνει τις απομακρυσμένες σχέσεις – αυτούς τους ελαφρούς, εγκάρδιους δεσμούς συντροφικότητας και διασκέδασης, που δημιουργούνται μέσω των κινητών και οι οποίοι υποτίθεται ότι είναι «μη γνήσιοι». Όμως, αυτοί οι «ασθενείς δεσμοί», λένε, είναι στην πραγματικότητα θεμελιώδεις και θρέφουν τη ζωή μας. Συμπληρώνουν, πλουτίζουν, ενίοτε ανανεώνουν τις «ισχυρές» σχέσεις μας, οικογενειακές και συγγενικές.
Γι’ αυτό και είμαστε τόσο προσκολλημένοι στα κινητά μας και στα αιτήματα των κοινωνικών δικτύων. Ένα δίκτυο όπως το φέισμπουκ διευκολύνει τους δεσμούς αυτούς και εμπλουτίζει, λέει ο Τζων Α. Μπαργκ, το «κοινωνικό κεφάλαιο» των χρηστών του: άνθρωποι απομονωμένοι ξαναβρίσκουν παλιούς φίλους και τα δίκτυά τους· άτομα που μετακομίζουν, αλλάζουν δουλειά ή σχολείο και υποφέρουν από την απώλεια των σχέσεών τους, μπορούν να βρουν τους παλιούς τους γείτονες και συναδέλφους και έτσι να βγουν από την απομόνωσή τους.
Παραμένει όμως ανοιχτό το ερώτημα που έχει θέσει η Τερκλ: η «συνομιλία», η διαλεκτική τέχνη που θεωρείται ένα κόσμημα της κλασικής παιδείας, είναι συμβατή με τον κόσμο των γραπτών μηνυμάτων και του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου;
Μεγάλος χλευαστής των ναρκισσιστικών και αντικοινωνικών συνηθειών της ψηφιακής εποχής, ο μυθιστοριογράφος και δοκιμιογράφος Τζόναθαν Φράνζεν (Jonathan Franzen) χαιρέτισε τη Σέρυ Τερκλ παρουσιάζοντας το βιβλίο της Reclaiming Conversation, στην εφημερίδα Νιου Γιορκ Τάιμς, τον Σεπτέμβριο του 2015. «Πολλά από αυτά που συγκροτούν την ανθρωπότητα απειλούνται όταν αντικαθιστούμε τη συζήτηση με τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες», υποστηρίζει.
Για τον συγγραφέα, η συζήτηση θεμελιώνει την προσωπικότητα: μέσα στην οικογένεια, βοηθά να αναπτυχθούν η αυτοεκτίμηση και η επιβεβαίωση· με τους φίλους, καλλιεργεί την οικειότητα και την ενσυναίσθηση· ζωηρή, διευκολύνει την αποστασιοποίηση, την αμφισβήτηση… Η συζήτηση ενθαρρύνει την «αυτοαναζήτηση», την ανεξάρτητη σκέψη, την επεξεργασία προσωπικών πεποιθήσεων: δεν απέχει καθόλου από την disputatio του 14ου και 15ου γαλλικού αιώνα, αυτήν τη μορφή διδασκαλίας και άσκησης του πνεύματος που συνίστατο σε μεγάλες ρητορικές μονομαχίες ανάμεσα στους «αντιπάλους» και τους «υπερασπιστές» που συζητούν για μια κρίσιμη quaestio.

* Ο Frédéric Joignot είναι δημοσιογράφος του Monde

Μετάφραση:  Χρηστίνα Σταματοπούλου

 

πηγη

 

Πώς να αναγνωρίσετε έναν άνθρωπο που προσπαθεί να σας χειραγωγήσει. 11 σημάδια που δείχνουν ότι στήνει «παγίδα»

Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που έχουν την ικανότητα και την επιθυμία, να ασκούν έντονη επιρροή στους γύρω τους και να τους καθοδηγούν. Τους αρέσει να χειραγωγούν τους συνεργάτες ή τα μέλη της οικογένειάς τους και να κατευθύνουν τη σκέψη και τη δράση τους σύμφωνα με τη βούλησή τους.
Ειδικά στους επαγγελματικούς χώρους, σκοπός τους είναι να έχουν τον έλεγχο, να αποκτήσουν δύναμη και να χρησιμοποιήσουν τους άλλους προς όφελός τους.

Σύμφωνα με ψυχολόγους, οι έντονα χειριστικοί άνθρωποι έχουν την ικανότητα να κρύβουν τις προθέσεις  και την επιθετικότητά τους. Ξέρουν πώς να επηρεάσουν τους πιο αδύναμους και χρησιμοποιούν τις ανθρώπινες αδυναμίες για να φθάσουν στο σκοπό τους.
Σύμφωνα το βιβλίο «“How to Successfully Handle Manipulative People” του καθηγητή Preston Ni που ειδικεύεται στην ανθρώπινη επικοινωνία, οι χειριστικοί άνθρωποι έχουν κάποια συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, καθώς ο σκοπός τους είναι κοινός. Πρέπει να πάρουν αυτό που θέλουν.

#1 «Παίζουν στην έδρα τους»
Σύμφωνα με τον καθηγητή, μιλάνε με το «θύμα» τους στο χώρο τους, εκεί που νιώθουν περισσότερο δυνατοί και έχουν τον έλεγχο.

#2 Αφήνουν τον άλλο να μιλήσει πρώτο
Στην αρχή κάνουν γενικές ερωτήσεις. Έτσι, καταλαβαίνουν τη βασική γραμμή σκέψης, αλλά και τις αδυναμίες του, ώστε να μπορούν να τις χρησιμοποιήσουν προς όφελός τους.

#3 Χειρίζονται τις καταστάσεις
Μπορεί να πουν ψέματα, ή απλώς να αποκρύψουν μέρος της αλήθειας. Μπορεί να κρατήσουν σημαντικές πληροφορίες για τον εαυτό τους, παρουσιάζοντας ένα θέμα μονόπλευρα.

#4 Προσποιούνται ότι τα ξέρουν όλα
Προσπαθούν να πείσουν, προσποιούμενοι τους ειδήμονες. Παρουσιάζουν γεγονότα, στατιστικά στοιχεία και άλλες πληροφορίες που πιθανότατα το θύμα δεν γνωρίζει και που ίσως δεν ισχύουν.
Αυτό σύμφωνα με τον καθηγητή μπορεί να συμβεί για την πώληση προϊόντος, σε επαγγελματικές συζητήσεις, αλλά ακόμη και σε μια σχέση. Με αυτό τον τρόπο, νιώθουν ότι υπερέχουν των άλλων.

#5 Ανεβάζουν τον τόνο της φωνής τους
Πρόκειται για έναν επιθετικό χειρισμό. Ξέρουν ότι όταν φωνάζουν ή απλώς δείχνουν θυμό, θα κάνουν αρκετούς να ενδώσουν και να κάνουν ό,τι τους ζητήσουν. Συνήθως, συνδυάζουν και έντονες χειρονομίες για να αποκτήσουν περισσότερη πειθώ. Αυτή η τακτική αν εφαρμοστεί στα κατάλληλα άτομα αποδίδει.

#6 Δεν δίνουν χρόνο στο θύμα να σκεφτεί
Ο χειριστικός άνθρωπος πιέζει τους άλλους να πάρουν μια απόφαση χωρίς να είναι έτοιμοι. Έτσι, το θύμα δεν έχει χρόνο να σκεφτεί το θέμα διεξοδικά ή να το συζητήσει με άλλους.

#7 Αρνητικό χιούμορ
Πολλές φορές χρησιμοποιούν χιουμοριστικά και σαρκαστικά σχόλια για να τονίσουν τα ελαττώματα των άλλων. Χρησιμοποιούν την ειρωνεία και δημιουργούν κλίμα κατωτερότητας των συνομιλητών τους. «Μπορεί να σχολιάσουν τα πάντα, από την εμφάνιση μέχρι και τον τρόπο που αναπνέει κάποιος. Έτσι θα τον κάνει να νιώσει άσχημα και να πάρει αυτό που θέλει», ανέφερε ο Preston Ni.

#8 Δεν απαντάνε σε όλα
Εσκεμμένα δεν απαντάνε σε μηνύματα ή ακόμη και σε ερωτήσεις που γίνονται κατ’ ιδίαν.
Με αυτό τον τρόπο, κάνουν τον άλλο να περιμένει και να αμφιβάλλει για αυτό που είπε.

#9 Προσποιούνται ότι δεν ξέρουν
Κάνουν ότι δεν καταλαβαίνουν κάτι. Φυσικά επιλεκτικά όταν θέλουν να υπονομεύσουν μια κατάσταση. «Αυτή την τακτική χρησιμοποιούν πολλοί ενήλικες για να κρύψουν κάτι ή για να αποφύγουν μια υποχρέωση» εξηγεί ο καθηγητής.

#10 Δημιουργούν ενοχές
Δημιουργούν τύψεις στον απέναντι για να πιστεύει ότι αυτός έχει κάνει κάτι λάθος. Για να το πετύχουν αυτό χρησιμοποιούν διάφορα τεχνάσματα, όπως τα στοχευμένα παράπονα, ο τόνςο απόγνωσης ή απλά μια «εύγλωττη» σιωπή.

#11 Θυματοποιούνται
Προσποιούνται ότι έχουν κάποιο πρόβλημα ή ότι είναι αδύναμοι να κάνουν κάτι. Με αυτό τον τρόπο θέλουν να κερδίσουν τη συμπάθεια των άλλων. Βασίζονται στο φιλότιμο για να πάρουν αυτό που θέλουν, αλλά όχι το δικό τους.

Με πληροφορίες από Psychology today

πηγη

 

Όταν ο ενήλικας «manager» πάει… διακοπές!…

Προχθές ένας θεραπευόμενός μου εξαιρετικά λειτουργικός ως επαγγελματίας, έξυπνος κι αποτελεσματικός άνθρωπος, σύζυγος και πατέρας δύο παιδιών, μου έλεγε, μόλις είχε επιστρέψει από τις διακοπές του στην επαρχία όπου ήταν το πατρικό του σπίτι:

«Δεν ξέρω τι παθαίνω όταν πάω να περάσω λίγες μέρες μαζί με τους γονείς μου…! Λες και γίνομαι ξαφνικά μπέμπης! Ένα άβουλο, αμφιθυμικό παιδί που ξαφνικά δεν ξέρει τι θέλει, που θέλοντας να ευχαριστήσει τους άλλους, γονείς και συγγενείς, καταπιέζεται και μετά ξεσπάει με παράλογες εκρήξεις οργής σε ανθρώπους που δεν του φταίνε σε τίποτα. Μετά νιώθω ένοχος, και ξαναπροσπαθώ να το «παίξω καλός», και το ίδιο παιχνίδι επαναλαμβάνεται πάλι απ’ την αρχή… Συχνά για να ξεπεράσω το άγχος συνήθως τρώω  τριπλάσια απ’ ότι όταν τρώω στο σπίτι μου στην Αθήνα…»

Συχνά όταν επιστρέφει κανείς στην οικογένεια της καταγωγής του, έστω και για διακοπές, εύκολα παλινδρομεί σε πρώιμα εξελικτικά στάδια της ψυχικής του ανάπτυξης.

Εγκαταλείπει το πιο ενήλικο του κομμάτι για να δώσει τα ηνία των στάσεων και των συμπεριφορών του στο εσωτερικό του παιδί.

Σ’ ένα ψυχικό παιδί που επιστρέφοντας στο τόπο της καταγωγής του μπαίνει αυτόματα στην διαδικασία να ξανα αιτηθεί συμβολικά της «τροφής» που δεν του δόθηκε, όπως τότε θα ήθελε, αλλά με έναν παιδαριώδη, ασαφή, αμφιθυμικό και –γι’ αυτό- αναποτελεσματικό τρόπο.

Τα ανικανοποίητα αιτήματά του για αναγνώριση, αποδοχή, επιδοκιμασία, στον βαθμό που δεν αναγνωρίστηκαν ούτε ικανοποιήθηκαν από τους γονείς του ξαναέρχονται στην επιφάνεια διεκδικώντας φυσικά την ευόδωσή τους.

Οι άνθρωποι όμως συνήθως δεν έχουν συνειδητοποιήσει σε μεγάλο βαθμό τα βασικά αιτήματα που αναλογούν στις ανάγκες εκείνου του παιδιού, είτε επειδή τα αρνητικά συναισθήματα που τα συνοδεύουν (οργή, πένθος, φόβος) πρώιμα απαγορεύτηκαν ως ανεπιθύμητα κι επικίνδυνα, κι έτσι έμειναν απολιθωμένα στον πυρήνα της ψυχής, η οποία παρέμεινε ατροφική.

Είτε γιατί έμαθαν στην ενήλικη λειτουργική τους ζωή να προτάσσουν μέσα στις καθημερινές τους σχέσεις πιο «δυνατά», προσαρμοστικά και ασφαλή προσωπεία, αφού τα τελευταία τους βγάζουν συνήθως στις συνδιαλλαγές τους απρόσβλητους από την εγγενή τους παιδική ευαλωτότητα και κοινωνικά «ασπροπρόσωπους».

Το πρόβλημα έγκειται στο ότι συνήθως οι άνθρωποι δεν συνειδητοποιούν την βάση της αμφιθυμίας τους.

Στην βάση της ψυχικής τους δυσφορίας κατοικεί το εξής ασυνείδητο κι ανεπεξέργαστο δίλημμα:

«…Ναι, επιστρέφω στους γονείς μου για να πάρω ό,τι μέχρι τώρα δεν κατάφερα να πάρω. Είτε επειδή δεν ξέρω στ’ αλήθεια τι είναι αυτό που έχω ανάγκη, είτε γιατί πιστεύω πως αν το (ξανα)ζητήσω για ακόμα μια φορά θα ματαιωθώ, και αυτό δεν θέλω να το ξαναζήσω γιατί πονάει.

Κι απ’ την άλλη, ξέρω πως, ως αξιόπιστος ενήλικας, είμαι σε θέση να βάλω όρια, τόσο στους δικούς μου που μου ζητάνε να ικανοποιήσω –για άλλη μια φορά- τις δικές τους παιδοκεντρικές ανάγκες, χωρίς να νοιάζονται για τις δικές μου, όσο και στον εαυτό μου ώστε να μην ενδίδει σε αλλότριες διαθέσεις κι επιθυμίες, χωρίς την ενήλικη συγκατάθεσή μου…».

 Όταν ο άνθρωπος δει κατάματα αυτό το εσωτερικό δίλημμα, θα χρειαστεί να επιλέξει πως θα το διαχειριστεί. Αν δηλαδή θα βάλει σε λόγια τα αιτήματά του επιχειρώντας με πιο σαφή τρόπο από τους γονείς του  να τα αναγνωρίσουν και να πάρουν θέση απέναντί τους. Ή/ και να ζητήσει από άλλες, πιο πρόσφορες πηγές, την ικανοποίησή τους. Ή αν τελικά θα επιλέξει να το (ξανα)θάψει στον τάφο της σιωπής επιλέγοντας την αξεδιάλυτη κραυγή μιας συνεχούς εσωτερικής αγωνίας που συνήθως μεταμφιέζεται σε κρίσεις άγχους, κατάθλιψης, ψυχοσωματικών συμπτωμάτων και υπερφαγίας…

πηγη 

 

 

 

Ενοχή & Κριτική των άλλων: Το διέξοδο σε ένα οικείο αδιέξοδο

Οι άνθρωποι συνήθως έχουν την ψευδαίσθηση πως ο καλύτερος τρόπος για να αποδιώξουν την ενοχική τους στάση απέναντι στις εσωτερικές τους επιλογές είναι να τις φορτώσουν στους άλλους, συχνά κατηγορώντας τους για τα δικά τους αισθήματα μειονεξίας, που εύκολα εντοπίζουν στους απέναντι.

Κατηγορούν τους άλλους με εμπάθεια, ασυνείδητα ελπίζοντας να ξεφορτωθούν το βάρος της προσωπικής τους ενοχής για σφάλματα, ατέλειες και παραλείψεις που συνήθως ανεπίγνωστα έχουν ενδοψυχικά τραυματίσει την δική τους αίσθηση εσωτερικής συνοχής και ψυχικής ασφάλειας.

 Όμως συμβαίνει το αντίθετο: Μετά από κάθε επιθετικό «κουτσομπολιό, από κάθε κακόβουλη κοινωνική κριτική, νιώθουν πάντα πιο άδειοι. Ενοχικά πιο λίγοι. Περισσότερο εκτεθειμένοι και ανοχύρωτοι στις εσωτερικές τους διαμάχες και διαλόγους… Ακόμα πιο ανεπαρκείς υπαρξιακά, και πιο αδύναμοι να στηρίξουν και να νοηματοδοτήσουν τις επιλογές τους.

Αντίθετα, και –φαινομενικά- παραδόξως, όταν αρχίζουν να αναλαμβάνουν την ευθύνη των αυτονομημένων «αμαρτωλών» τους κομματιών, δηλαδή των νευρωτικών τους κινήτρων, που διεκδικούν εσπευσμένα –το καθένα για λογαριασμό του- την «αυτοθέωση».

Όταν αρχίζουν να αναγνωρίζουν τα τραυματισμένα θραύσματα της προβληματικής τους αυτοεικόνας, αντί να τα «πετάνε» «ανέξοδα» στις πλάτες των ανυπεράσπιστων άλλων.

Όταν αρχίζουν να εμπλέκονται ζωντανά και να σηκώνουν τις δικές τους ανημπόριες, και αστοχίες, τότε παύουν ανεπαίσθητα να τις προβάλλουν στους άλλους.

Σταματάνε να τους κατηγορούν με ευκολία. Η επιθετικές τους απαιτήσεις να είναι οι άλλοι «άψογοι» κατευνάζονται, αφού στρέφονται με προθυμία πια προς τον εαυτό τους.

Ταυτόχρονα, οι εσωτερικοί διάλογοι ειρηνεύουν και η προοπτική του «εσωτερικού θιάσου» τους αλλάζει.

Η εσωτερική αμφισβήτηση γίνεται έναυσμα γόνιμης αυτογνωσίας, αυτοαποδοχής και ειρήνευσης με τα αμαρτωλά τους κομμάτια.

Απ την στιγμή που αγκαλιάζουν εσωτερικά, με αγαπητική διάθεση αυτές τις τρωτές τους μάσκες, δεν βλέπουν πια τον λόγο να μην το κάνουν και με τους άλλους ανθρώπους.

Αξιοποιούν τους πρώην «κακούς» άλλους ως καθρέφτες μέσα στους οποίους αντιλαμβάνονται βαθύτερα τις δικές τους αστοχίες, και «αγκαλιάζοντας» τους γνώριμους πια αδερφούς, βαθαίνουν την δική τους αυτοαποδοχή.

Κτίζουν πιο στέρεα τα θεμέλια της συγχώρεσης του εαυτού και της μεγαλύτερης και ποιοτικότερης συμπερίληψης των άλλων – των έσω κι έξω άλλων- σε μια ενιαία εικόνα: την εικόνα ενός εξωτερικού κόσμου ποιοτικά αντίστοιχου του εσωτερικού τέτοιου.

Ενός κόσμου όπου δεν υφίστανται οι διαφορές. Αφού οι διαφορές αντανακλούν σχίσματα.

Αλλά ρωγμές και σχίσματα δεν υπάρχουν και δεν χρειάζονται σε κεινον που ολοκλήρωσε- σε ικανοποιητικό για το ίδιο βαθμό- το αυτογνωστικό «πάζλ».

Σε κείνον που έχει υποστεί -κατ’ αναλογία της προθυμίας και της απαίτησής του- την αναγεννητική επίδραση της βιωμένης ενότητας…

πηγη 

 

 

Κανονικότητα και εμπιστοσύνη

Η επιστροφή στην κανονικότητα – οικονομική, πολιτική – αποτελεί το μείζον ζητούμενο για την Ελλάδα του 2017. Αλλά η κανονικότητα εδράζεται κυρίως σε μια βασική πολιτιστική αξία, την εμπιστοσύνη. Εάν ωστόσο μια λέξη μπορεί να χαρακτηρίσει την άμεση προοπτική της Ελλάδας, αυτή είναι η «αβεβαιότητα».

Τα πάντα εμφανίζονται αβέβαια. Τα πάντα μπορούν δυνητικώς να συμβούν, από το σχετικά καλύτερο ως το χειρότερο σενάριο. Βεβαίως το ίδιο λίγο-πολύ συμβαίνει και στην Ευρώπη αλλά και στο ευρύτερο παγκόσμιο σύστημα. Η αβεβαιότητα συνιστά την πλέον παραλυτική κατάσταση για ένα κοινωνικό σύνολο, για την οικονομία, τις επενδυτικές αποφάσεις, την πολιτική διαδικασία, ακόμη και για την εξωτερική πολιτική και τις σχέσεις της χώρας, αλλά επιπλέον και για τις διαπροσωπικές σχέσεις και την ατομική ψυχολογική σταθερότητα. Μια κοινωνία αβέβαιη είναι κατά κανόνα ψυχολογικά ασταθής και ανασφαλής, και η ανασφάλεια εκτρέφει κάθε είδους φαινόμενα ανομίας, κυνισμού, βίας, πολιτικής παθητικότητας και αδιαφορίας. Και πάνω απ’ όλα υπονομεύει την κοινωνική και θεσμική εμπιστοσύνη και δημιουργεί «φαινόμενα Σώρρα». Η απουσία εμπιστοσύνης συνιστά όμως μια δομική παθογένεια της ελληνικής πραγματικότητας.

Ο Φ. Φουκουγιάμα, ο γνωστός αμερικανός στοχαστής του «τέλους της ιστορίας», σ’ ένα ογκώδες βιβλίο του με τίτλο «Εμπιστοσύνη, Οι Κοινωνικές Αξίες και η Δημιουργία της Ευημερίας» (Trust, The Social Virtues and the Creation of Prosperity, Λονδίνο, Free Press) επισημαίνει ότι «ένα από τα πλέον σημαντικά διδάγματα από την ανάλυση της οικονομικής πραγματικότητας λέει ότι η ευημερία ενός έθνους και η ικανότητα να ανταγωνίζεται εξαρτάται από ένα μοναδικό, ισχυρό πολιτιστικό χαρακτηριστικό: τον βαθμό εμπιστοσύνης (trust) που ενυπάρχει στην κοινωνία».

Σε παλαιότερη διάλεξή του στην Αθήνα ο Πάβο Λιπόνεν, πρώην πρωθυπουργός της Φινλανδίας, μιας χώρας που παρά τις τρέχουσες δυσκολίες της αποτελεί υπόδειγμα οικονομικής οργάνωσης, απέδωσε την επιτυχία της χώρας του στον υψηλό βαθμό εμπιστοσύνης που διακρίνει την κοινωνία και το πρόβλημα της Ελλάδας στον εξαιρετικά χαμηλό βαθμό διακοινωνικής, διαπροσωπικής εμπιστοσύνης. Η διαπίστωση αυτή είναι πέρα για πέρα ορθή. Η ρίζα μιας σειράς προβλημάτων μας βρίσκεται ακριβώς στην απουσία της (πολιτιστικής) αξίας της εμπιστοσύνης, τόσο στο συλλογικό όσο και θεσμικό και διαπροσωπικό επίπεδο. Στο συλλογικό επίπεδο, ως χώρα, συγκροτούμε μια βαθύτατα ανασφαλή οντότητα. Για λόγους γεωγραφικούς, ιστορικούς, ευρύτερα πολιτιστικούς, κοινωνιολογικούς κ.ά., μας διακατέχει βαθύτατη ανασφάλεια και διάχυτη έλλειψη εμπιστοσύνης. Τείνουμε να θεωρούμε ότι σχεδόν οι πάντες επιβουλεύονται την ύπαρξή μας, συνωμοτούν για την εξόντωσή μας, «ζηλεύουν τη θέση και τις ομορφιές μας», ότι είμαστε «έθνος ανάδελφον» και άλλα παρόμοια. Η διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ επέτεινε αυτό το σύνδρομο.

Η ανασφάλεια δεν μας επιτρέπει να δούμε με ορθολογική καθαρότητα και εξωστρέφεια τον κόσμο, να σταθμίσουμε μετρημένα τη θέση και τον ρόλο μας στην παγκόσμια κοινότητα. Ετσι κινούμαστε ανάμεσα στα πλέον αντιφατικά και εν πολλοίς παράδοξα σύνδρομα. Από τη μια μεριά να θεωρούμε ότι είμαστε το «κέντρο του κόσμου», ο «περιούσιος λαός», η «κοιτίδα του παγκόσμιου πολιτισμού» και από την άλλη να πιστεύουμε ότι είμαστε υποχείριο των ξένων, των μεγάλων δυνάμεων, των σκοτεινών κύκλων που μας «επέβαλαν» τα Μνημόνια και την κρίση! Η ανασφαλής αυτή στάση μάς οδηγεί σε υψηλότερο ίσως βαθμό από άλλες ευρωπαϊκές χώρες να μαχόμαστε ιστορικές τάσεις, όπως λ.χ. την παγκοσμιοποίηση (ενώ ταυτόχρονα επωφελούμαστε από τα προϊόντα που παράγει, όπως κινητά τηλέφωνα, Διαδίκτυο, κ.λπ.) και να ενστερνιζόμαστε με ευκολία κάθε είδους λαϊκίστικη θεωρία συνωμοσίας και θυματοποίησης.

Ασφάλεια φαίνεται να υπάρχει κατά βάση μόνο στο πλαίσιο της οικογένειας και της παρέας. Η Ελλάδα είναι κατά βάση μια «κοινωνία της παρέας» ή ακόμη των «στενών κυκλωμάτων» («φτιάχνουν οι Ελληνες κυκλώματα…»). Είναι χαρακτηριστικό ότι η λέξη «παρέα» με το νόημα που έχει στην ελληνική γλώσσα δεν απαντάται σε άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες. Μέσα στην παρέα φαίνεται να δικαιολογούνται τα πάντα, να επιτρέπονται σχεδόν τα πάντα, να συγχωρούνται τα πάντα. Οποιοσδήποτε πολιτικός καταλάβει θέση εξουσίας θεωρεί σχεδόν αυτονόητο ότι θα πρέπει ως πρώτο καθήκον «να τακτοποιήσει» τα μέλη της παρέας του σε διάφορες θέσεις, αδιαφορώντας εάν συγκεντρώνουν κάποια προσόντα ή ανταποκρίνονται στοιχειωδώς στο έργο που τους ανατίθεται. Τα πρόσφατα παραδείγματα είναι και τα οξύτερα.

Η απουσία εμπιστοσύνης εκτρέφει τη δυσπιστία προς τις θεσμικές, απρόσωπες, καθολικές σχέσεις και γεννά ουσιαστικά το τέρας της γραφειοκρατίας και τυπολατρίας. Η απαίτηση για πιστοποιητικά επί πιστοποιητικών αυτό εκφράζει. Η έλλειψη εμπιστοσύνης εξηγεί επίσης το φαινόμενο της ογκώδους νομοπαραγωγής. Η Ελλάδα παράγει περισσότερους νόμους από όλες σχεδόν τις χώρες-μέλη της ΕΕ. Σχεδόν τίποτα δεν μπορεί να ρυθμισθεί χωρίς νομικές ρυθμίσεις, με την κοινή λογική. Παράγει επίσης το φαινόμενο της δικομανίας. Οι μισοί Ελληνες έχουν παραπέμψει για σημαντικούς ή ασήμαντους λόγους τους άλλους μισούς στα δικαστήρια, με τα γνωστά επίσης αποτελέσματα ουσιαστικής αρνησιδικίας. Είναι προφανές ότι κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις ούτε ορθολογική, θεσμική συγκρότηση του κράτους/διοίκησης μπορεί να υπάρξει ούτε αποτελεσματική οικονομική οργάνωση.

Το πώς μπορούμε να βγούμε από αυτόν τον φαύλο κύκλο της αβεβαιότητας, της ανασφάλειας, της απουσίας εμπιστοσύνης (mistrust) δεν μπορεί εύκολα να απαντηθεί. Χρειάζεται να γίνουν πολλά που πηγαίνουν στην καρδιά του πολιτιστικού μορφώματος αλλά και της ιδεολογικής έκφρασης της χώρας. Χρειάζεται οπωσδήποτε να ακυρωθεί ο εθνολαϊκιστικός, εμμονικός λόγος της συνωμοσιολογίας, θυματοποίησης και ανορθολογισμού. Η ελληνική κοινωνία έχει ανάγκη από ένα άλλο ισχυρό αφήγημα, ένα νέο πειστικό «-ισμό» που να τη συνεγείρει και να τη συναρμόσει ως σύνολο με δεσμούς εμπιστοσύνης προς έναν μείζονος σημασίας κοινό στόχο. Ποιος μπορεί να είναι ο -ισμός αυτός δεν ξέρω, εκσυγχρονισμός, εξευρωπαϊσμός, μεταρρυθμισμός, τι;

Ο κ. Παναγιώτης Κ. Ιωακειμίδης είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Το Σύνταγμα επιβάλλει την κριτική των αποφάσεων

 

ΦΩΤΗΣ ΚΟΥΒΕΛΗΣ

 

Οι «υπερασπιστές» της ανεξαρτησίας της δικαστικής εξουσίας συστρατεύονται στη θέση ότι η κριτική και ο κοινωνικός έλεγχος του δικαιοδοτικού έργου υπονομεύουν τη δικαιοσύνη και αποτελούν πράξεις νομικά και πολιτικά απαράδεκτες.

Ανεξάρτητα από τον όψιμο πολιτικό τους λόγο και την αντιφατική συμπεριφορά  τους σε σχέση με προηγούμενες παρεμβατικές ενέργειές τους στο χώρο της  δικαστικής εξουσίας, οφείλουν να κατανοήσουν ότι ο κοινωνικός έλεγχος του δικαιοδοτικού έργου νομιμοποιείται από το ίδιο το Σύνταγμα.

Το δικαιοδοτικό έργο αποτελεί μορφή εξουσίας. «Όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τον Λαό, υπάρχουν υπέρ αυτού»  και οι αποφάσεις των δικαστηρίων «εκτελούνται στο όνομα του Ελληνικού Λαού». Εξάλλου, το δικαιοδοτικό έργο αποτελεί έκφανση της κοινωνικής ζωής και ως τέτοια μπορεί να κρίνεται και να αξιολογείται.

«Καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου τους στοχασμούς του τηρώντας τους νόμους του κράτους» ορίζει το Σύνταγμα.

Ποιος νόμος απαγορεύει στους πολίτες την κριτική του δικαιοδοτικού έργου; Η άποψη που θέλει την εξαίρεση από την κοινωνική κριτική του δικαιοδοτικού έργου της δικαστικής εξουσίας αντιστρατεύεται την ίδια τη Δημοκρατία.

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, με αποφάσεις του, υπερασπίζεται την ελευθερία της έκφρασης και σε περιπτώσεις μάλιστα σκληρής και ιδιαίτερα έντονης κριτικής της δικαιοσύνης.

Δεν επικαλούμαι ως υπερασπιστικό λόγο του δικαιώματος των πολιτών να κρίνουν το δικαιοδοτικό έργο, τα όσα συμβαίνουν σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Εκεί, η κριτική και η αξιολόγηση δικαστικών αποφάσεων είναι τόσο έντονη και πολλές φορές ακραία που θα ένοιωθαν ρίγη οι εδώ «υπερασπιστές» του ανέλεγκτου των δικαστικών αποφάσεων από την κοινωνία. Το επικαλούμαι γιατί αφορά σε χώρες με βαθιές τις ρίζες στα δικαιώματα του ανθρώπου, την ελευθερία του τύπου και τον κοινοβουλευτισμό.

Δεν κινδυνεύει ούτε η Δημοκρατία ούτε η δικαστική εξουσία από τον κοινωνικό έλεγχο του δικαιοδοτικού της έργου. Οι θεσμικές εγγυήσεις της ανεξαρτησίας των δικαστηρίων και της προσωπικής ανεξαρτησίας των δικαστών υφίστανται και είναι συνταγματικά κατοχυρωμένες. Η διασφάλιση δε της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των δικαστών αποτελεί το εγγυητικό στοιχείο της αμεροληψίας τους ως «καθολική προϋπόθεση κατά την άσκηση του έργου τους».

Το κύρος της δικαστικής εξουσίας δεν πρέπει να αναζητείται στη σιωπή της κοινωνίας για όσα αυτή δικαιοδοτεί. Το κύρος της προκύπτει από την αντικειμενικότητα της δικαιοδοτικής κρίσης της.

Μια αντικειμενικότητα που θέλει τον δικαστή «τρίτο», μη συνδεόμενο με κανένα στοιχείο της υπόθεσης που κρίνει. Να μην αισθάνεται ο δικαστής «διάδικος», να μην δεσμεύεται από τις προσωπικές πολιτικές του απόψεις και επιλογές. Αυτονόητο στοιχείο για το κύρος του αποτελεί η μη εμπλοκή του, άμεση ή έμμεση, φανερή ή κρυπτόμενη, στην πολιτική αντιπαράθεση και στις κομματικές διελκυστίνδες. Η δικαστική κρίση του να διακατέχεται και να δεσμεύεται από την υποκειμενική και αντικειμενική αμεροληψία. Αυτά συγκροτούν την προσωπική του ανεξαρτησία και οδηγούν στην αντιστοίχησή του με το κοινό περί δικαίου αίσθημα.

πηγη 

 

Αν ο κομπλεξικός σου πει καλημέρα, ψάξε το φεγγάρι

 

Η λάσπη είναι ο καθρέφτης μέσα στον οποίο βλέπουν το πρόσωπό τους αυτοί που τη ρίχνουν. Θα ‘πρεπε να την έχει πει κάποιος μεγάλος και πάνσοφος αυτή τη φράση αλλά επειδή κανείς δεν διεκδίκησε ποτέ την πατρότητά της, έμεινε ορφανή μα πάντα αληθινή.

Δυσώδη παράθυρα ανοίγουν μέσα στα σπίτια μας, στις ζωές μας, και ρυπαίνουν το περιβάλλον με τα διαπλεκόμενα λεγόμενά τους, με το ειρωνικό ύφος του δήθεν κατήγορου που όλα τα ξέρει και τίποτα δεν φοβάται, όντας λασπολόγοι. Ο διεστραμμένος τους εγκέφαλος έχει κάνει πάλι το θαύμα του. Εκτοξεύουν τα βέλη τους σε μορφή παρατηρήσεων που χαρακτηρίζονται από πικρά σχόλια. Πάντα άδικοι στους χαρακτηρισμούς και μικροί, πολύ μικροί μέσα στην επίμονη ενασχόλησή τους με τις πράξεις του άλλου. Διαταραγμένες προσωπικότητες με μια μόνιμη πεποίθηση ότι οι ίδιοι είναι τέλειοι.

Άνθρωποι  στην ουσία τους κομπλεξικοί, διότι περί αυτών πρόκειται, παραζαλισμένοι από την ποταπότητά τους και μην έχοντας κάτι αξιοσέβαστο να επιδείξουν, κουβαλώντας την ανεπάρκειά τους και υποφέροντας οικτρά, παρασύρονται από τη φαινομενική υποκειμενικότητά τους, κρατώντας στα λερωμένα τους χέρια  το λάβαρο της υποτιθέμενης ανωτερότητάς τους. Ελπίζουν συνειδητά με αυτόν τον τρόπο να γεμίσουν το κενό της ύπαρξής τους με ψεύδη. Άνθρωποι φρενοβλαβείς.

Τα κόμπλεξ και η μισαλλοδοξία δεν κάνουν διακρίσεις και δυστυχώς, αν ανήκεις στους καλοπροαίρετους αυτής της γης, μάλλον την έχεις ήδη πατήσει. Είναι αδίστακτοι οι αθεράπευτα κομπλεξικοί. Θα  χρησιμοποιήσουν πρόσωπα και καταστάσεις για να τονώσουν το (Ε)γώ τους. Το παν είναι να αποδείξουν μέσα στην ανυπαρξία τους  ότι το σύμπαν περιστρέφεται γύρω τους, ότι είναι δημοφιλείς, αξιαγάπητοι και τα συναφή. Η ανάγκη για αναγνώριση που εξελίχθηκε σε παθογένεια.

Στο στόχαστρο αυτών των παθολογικά ανασφαλών τύπων βρίσκονται επίσης και άνθρωποι με πνευματικό και κοινωνικο-οικονομικό υπόβαθρο που αρνούνται να υποκύψουν στην τάχα χειριστικότητά τους. Εκείνοι που αρνούνται να επηρεαστούν από τα τερτίπια της κουτοπονηριάς και που οι ομολογουμένως έντονες προσωπικότητές τους κερδίζουν εντυπώσεις ανεπιτήδευτα. Πώς να μπορέσει να φτάσει ο κομπλεξικός το μεγαλείο και την απλότητα του χαρισματικού ανθρώπου;

Ξεμπροστιάζοντας την παραμικρή σου αδυναμία και διατυμπανίζοντάς την ώστε να σιγουρευτούν πως έγινε γενικώς αντιληπτή, καλύπτουν τις δικές τους πολλαπλές αδυναμίες. Στρέφουν όλη την αρνητική προσοχή σε τρίτους ώστε να προκύπτουν οι ίδιοι αθώοι και αψεγάδιαστοι. Φυσικά και συνηθίζουν να  δείχνουν με το δάχτυλο εξαπολύοντας κρίσεις και επικρίσεις κατά πάντων, δημιουργώντας έτσι στα μάτια των άλλων το νέο εξιλαστήριο θύμα. Κάπως έτσι επιτυγχάνουν αυτή την περίφημη κατασκευή εντυπώσεων. Κι όλα αυτά μέχρι να αντιληφθούν ότι ρεζιλεύονται, αφού στην ουσία είναι θρασύδειλοι.

Γι’ αυτό μην πτοείσαι από το φαινομενικό θράσος όσων προσπαθούν να σε μειώσουν με κάθε ευκαιρία. Δεν έχουν άλλον τρόπο να νιώσουν οι ίδιοι άξιοι. Ο φθόνος είναι μία από τις κινητήριες δυνάμεις που θέτουν συνήθως σε λειτουργία τις επιθετικές άμυνες των κακοπροαίρετων. Πάγια τακτική πίσω από την οποία, θα τους βρεις πάντα να κρύβονται. Στη ζωή όμως, όπως και στο κρυφτό που παίζαμε μικροί, αυτός που ‘’μετράει’’ δεν κρύβεται.

Αν είσαι λίγο υποψιασμένος, όταν ένας τέτοιος άνθρωπος σου πει καλημέρα, κοίτα έξω και ψάξε το φεγγάρι. Αν όχι, αργά ή γρήγορα, θα βρεθείς μπλεγμένος, παρασυρμένος από τη δίνη της ψευτιάς τους.

Προσωπικά σήμερα απόλαυσα την παρέα του εαυτού μου και τον ευχαριστώ γι’ αυτό. Για όλα τα παραπάνω, η λύση είναι η κυνική τεμπέλικη αδιαφορία. Αυτή που σκοτώνει την τοξικότητα. Άλλωστε, δεν μπορεί να σε βλάψει αυτό που δεν επιτρέπεις να σε αγγίξει.

Τους αφήνουμε λοιπόν μέσα στο λίγο τους να ζουν.

Κρατάμε το επίπεδό μας ψηλά και συνεχίζουμε. Αδιαφορώντας.

*H Μαρία Πράπα είναι τελειόφοιτη Ιατρικής και Χειρουργικής στο Πανεπιστήμιο La Sapienza της Ρώμης.

πηγη